Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Θέλω πάλι να έρθεις όπως ήσουν και τότε, ακριβώς έτσι, να μην αλλάξει τίποτα. Να χαμογελάς, να κακαρίζεις, να μαγειρεύεις, να με παίρνεις μαζί σου, στα σκοτάδια σου, στα λευκά σου. Να με παρασέρνεις έτσι για λίγο, για όσο και εγώ να χαμογελάω μέχρι τα νύχια και να φαίνεται η λάμψη μέχρι και την τρίχα των μαλλιών μου.
Να με πάρεις μαζί σου θέλω για όσο ήθελες και τότε, για μια ημέρα για δυο και μετά να κάνεις πως δεν με ξέρεις, πως νευριάζεις μαζί μου, πως δεν σου κάνω και μετά να γυρνάς πάλι πίσω με λόγια που έκαναν το κορμί
μου να ανατριχιάζει, με λέξεις που καρφωνόντουσαν στο μυαλό μου και δεν έφευγαν ποτέ, εκεί για πάντα χαραγμένες σαν τα τατουάζ στο δέρμα που σου θυμίζουν όλα εκείνα τα όμορφα, όλα εκείνα που με έκαναν να νιώθω αρεστή και μοναδική, όλα εκείνα τα τεράστια συναισθήματα που μου έβγαλες και δεν ήξερα πως υπήρχαν γιατί ήταν καλά κρυμμένα μέσα μου, για να μην τα δείξω και φύγεις, για να μην τα δείξω και τρομάξεις και δεν καταλάβεις πόσο πολύ σε ήθελα, πόσο πολύ σε θέλω. Που με ένα σου χαμόγελο και μόνο με ξέντυνες και ας μν το ήξερες. Μα δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο παρά μόνο να χαμογελάσεις για να με κάνεις να νιώσω πως έχω κατακτήσει τον κόσμο όλο και πως έχω τόση δύναμη όση ο μεγαλύτερος σούπερ ήρωας των παραμυθιών και μπορώ να κατακτήσω τον κόσμο, μπορώ να σου προσφέρω, να μου προσφέρω σιγουριά και νίκες στις μάχες που έδινα καθημερινά για να βρω εκείνη την κρυμμένη μου ψυχή.
Με έκανε να νιώθω, να νιώθω γυναίκα!
Εκείνο το χαμόγελο σου θέλω.
Πάλι!
