Γράφει η Μαρία Αλεξίου
Έγινες η παύση μέσα στη μέρα. Όχι το σημαντικό γεγονός της, ούτε ο λόγος που ξυπνάω το πρωί. Ευτυχώς. Έχω ζωή και χωρίς εσένα. Γεμάτη, θορυβώδη, απαιτητική, κάποιες φορές τόσο στριμωγμένη που ξεχνάω μέχρι και να αναπνεύσω σωστά.
Κι όμως, κάπου ανάμεσα σε δουλειές, ανθρώπους, υποχρεώσεις και όλα εκείνα τα «πρέπει» που έρχονται χωρίς να ρωτήσουν αν χωράνε, υπάρχεις εσύ.
Ένα μήνυμα. Μια λέξη. Η φωνή σου για πέντε λεπτά. Κάτι χαζό που θα μου πεις και θα με κάνει να χαμογελάσω κοιτώντας μια οθόνη σαν ηλίθια. Κι ύστερα επιστρέφω σε ό,τι έκανα.
Μόνο που επιστρέφω λίγο διαφορετικά.
Δεν ξέρω πότε έγινε αυτό. Πότε πέρασες από το «χαίρομαι που σε ακούω» στο «σε περίμενα». Πότε άρχισα να κρατάω μικρές λεπτομέρειες της μέρας για να στις πω. Να σκέφτομαι κάτι και αμέσως μετά να σκέφτομαι εσένα. Να βλέπω το όνομά σου στην οθόνη και να αλλάζει κάτι ανεπαίσθητο μέσα μου.
Και κάπου εδώ κανονικά θα έπρεπε να τρομάξω.
Γιατί έχω μάθει να φοβάμαι ό,τι αποκτά σημασία χωρίς την άδειά μου. Ό,τι τρυπώνει στην καθημερινότητα και μετακινεί πράγματα χωρίς φασαρία. Ό,τι αρχίζει σαν λεπτομέρεια και μια μέρα συνειδητοποιείς ότι έχει γίνει συνήθεια.
Εσύ όμως δεν έγινες συνήθεια.
Οι συνήθειες περνούν απαρατήρητες.
Εσένα σε προσέχω.
Έγινες εκείνα τα λίγα λεπτά που δεν χρειάζεται να είμαι χρήσιμη, σωστή, δυνατή ή οτιδήποτε άλλο περιμένει η μέρα από μένα. Δεν χρειάζεται καν να μου λύσεις κάτι. Μερικές φορές αρκεί να είσαι στην άλλη άκρη.
Και ίσως αυτό να είναι που με φοβίζει περισσότερο.
Όχι ότι σε χρειάζομαι.
Αλλά ότι μέσα σε μια ζωή που έμαθα να μη σταματά για κανέναν, άρχισα να θέλω να σταματάω για σένα.
Έστω για λίγο.
Έστω όσο κρατάει μια παύση.
