Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Να αγαπάς λίγο παραπάνω εκείνον τον άνθρωπο που μπορείς να πάρεις τηλέφωνο στις δώδεκα το βράδυ, και να του πεις μόνο «θυμάσαι εκείνο το γλυκό;» και να μη χρειαστεί τίποτα άλλο. Θα ξέρει. Θα θυμηθεί το τραπέζι, το μαγαζί, την εποχή, ακόμα και τον λόγο που εκείνο το βράδυ είχατε γελάσει τόσο πολύ. Μπορεί να σου πει και τι φορούσες. Κυρίως, όμως, θα καταλάβει γιατί τον πήρες.
Υπάρχουν άνθρωποι που τους γνωρίζεις χρόνια και εξακολουθείς να χρειάζεσαι ολόκληρες παραγράφους για να τους εξηγήσεις τι σου συμβαίνει. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που αρκεί να ακούσουν πώς είπες το «έλα» για να καταλάβουν πως κάτι δεν πάει καλά. Που ξέρουν πότε να σε ρωτήσουν και πότε να μη σου πουν απολύτως τίποτα. Που μπορούν να καθίσουν δίπλα σου με τις ώρες, χωρίς να αισθανθεί κανείς την ανάγκη να γεμίσει τη σιωπή.
Αυτοί δεν είναι απλώς φίλοι. Είναι άνθρωποι ζωής.
Έχουν δει εκδοχές σου που σήμερα ούτε εσύ δεν αναγνωρίζεις. Σε έχουν ακούσει να υπερασπίζεσαι με πάθος ανθρώπους που αργότερα δεν ήθελες ούτε να αναφέρεις. Ξέρουν τις ντροπές σου, τις υπερβολές σου, τις μικρότητές σου. Έχουν υπάρξει μάρτυρες σε αποφάσεις που καλύτερα να μην είχες πάρει ποτέ. Και, το χειρότερο, θυμούνται τα πάντα. Με ημερομηνίες.
Δεν χρειάζεται να τους αρέσεις κάθε μέρα. Ούτε να συμφωνούν μαζί σου. Μπορεί να σου θυμώσουν, να σου πουν ότι φέρθηκες απαράδεκτα, να εξαφανιστούν για λίγο επειδή έχουν κι εκείνοι μια ζωή να διαχειριστούν. Αλλά όταν ξαναβρεθείτε, δεν χρειάζεται να εξηγήσεις ποια είσαι. Σε ξέρουν. Ακόμα κι όταν εσύ έχεις αρχίσει να ξεχνάς.
Με αυτούς τους ανθρώπους έχεις μια οικειότητα σχεδόν αναιδή. Μπορείς να πεις το πιο σοβαρό πράγμα του κόσμου και στο επόμενο λεπτό να γελάτε με μια ανοησία που κανένας τρίτος δεν θα καταλάβαινε. Έχετε δική σας γλώσσα. Δικά σας αστεία. Χρόνια ολόκληρα κρυμμένα σε δυο λέξεις.
Και μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις κάτι που παλιότερα ούτε σου περνούσε από το μυαλό. Ότι δεν είναι δεδομένο πως θα έχετε πάντα χρόνο. Πως κάποτε μπορεί να μη βρίσκεται εκεί για να θυμηθεί μαζί σου. Και τότε δεν θα σου λείψει μόνο ο άνθρωπος. Θα σου λείψει κι εκείνη που ήσουν όταν ήσασταν μαζί. Η ανέμελη γυναίκα που γελούσε μέχρι δακρύων, η πληγωμένη που νόμιζε πως καταστράφηκε η ζωή της, η γυναίκα που κάποτε χρειάστηκε κάποιον να της πει «σε ξέρω εγώ, θα τα καταφέρεις».
Γιατί αυτοί οι άνθρωποι κρατούν κομμάτια μας που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Ούτε σε φωτογραφίες, ούτε σε παλιά μηνύματα. Μόνο στη μνήμη τους.
Γι’ αυτό να τους αγαπάς λίγο παραπάνω. Να τους το λες. Να τους παίρνεις τηλέφωνο για τις πιο ασήμαντες αφορμές. Να μην περιμένεις να συμβεί κάτι σοβαρό για να τους αναζητήσεις.
Κι αν κάποια νύχτα, οδηγώντας, σου έρθει να τηλεφωνήσεις για εκείνο το γλυκό, πάρε.
Θα σε βρίσει που την τρόμαξες. Θα γελάσετε. Θα κανονίσετε να πάτε την Κυριακή.
Και κάποτε, πολλά χρόνια από τώρα, ίσως να καταλάβεις πως δεν ήταν ποτέ το γλυκό που ήθελες.
Ήθελες να βεβαιωθείς ότι υπάρχει ακόμα κάποιος που θυμάται τη ζωή σου όπως την έζησες. Που θυμάται εσένα, σε όλες σου τις εκδοχές. Τις πιο φωτεινές και τις πιο σκοτεινές. Που σε είδε κομμάτια και σε είδε να λάμπεις. Κι ήταν εκεί. Με όλους τους καιρούς.
Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που, όταν τους χάνεις, σου λείπουν.
Κι υπάρχουν κι εκείνοι που, όταν τους χάνεις, δεν έχεις πια ποιον να ρωτήσεις αν θυμάται.
ΥΓ. Εσύ ξέρεις..
