Γράφει η Μαρία Σταματοπούλου.
Τι θες ρε; Σου είπα.
Μόνο καρδιά με καρδιά.
Τι μου έρχεσαι ξανά και ξανά, με λερωμένες μπότες; Η αγάπη θέλει να της υποκλιθείς, εσύ την σακάτεψες πια.
Τώρα τι θες;
Με ποιο δικαίωμα να αγκαλιάσω τώρα εγώ τις πληγές της;
Πώς θα την κοιτάξω κατάματα και θα της πω τι; Πως ήμασταν ανίκανοι και της φερθήκαμε απαξιωτικά;
Ή πως την βρήκαμε για παιχνίδι και σκεφτήκαμε να πάψουμε να υπολογίζουμε τα βάθη της;
Με ποιο δικαίωμα ρε με πιέζεις πάλι εγώ να βγάλω το φίδι από την τρύπα;
Εγώ την αγάπη την τίμησα και εκείνη υποκλίθηκε στην ποιότητα της αγάπης μου. Εγώ, ταπεινή υπέρμαχος της υπέρβασης, της φέρθηκα ισάξια.
Την ζυγίζω εγώ την αγάπη.
Πόσα θες; Πάρε τόσα και τα ρέστα όλα δικά σου. Το ζύγι πάντα πέφτει υπέρ της αγάπης μου.
Έλα να σταθείς μπροστά της και να της ζητήσεις συγγνώμη πανάθεμά σε, που της φέρθηκες ανέντιμα.
Κουράστηκα, βαρέθηκα.
Μην βάζεις άλλο τους φόβους σου μπροστά. Τι περιμένεις, λύπηση και συμπόνοια; Αυτά στα έδωσα στην αρχή. Τώρα που την αγάπη την ξεφτίλισες, παλεύω με νύχια και με δόντια να της εξηγήσω και να κατανοήσει πως ο άνθρωπος είναι ένα θηρίο όταν διστάζει να αφεθεί στον έρωτα. Παλεύω να την κερδίσω ξανά για χάρη σου.
Όχι, δεν αξίζει, μα το κάνω για χάρη της υπερβατικής αγάπης. Που στο όνομά της πίνουν νέκταρ επίγειοι άγγελοι και την προσκυνούν με ταπεινότητα, με πάθος, ξεκάθαρα και αληθινά.
Για όλη αυτή την μαγεία παλεύω, γιατί αν εξαφανιστεί από την ανθρωπότητα, θα είμαστε όλοι υπαίτιοι.
Αντέχεις ρε να κολυμπήσεις στα απύθμενα νερά της;
