Γράφει η Ιωάννα Ντρε
Κάποτε ήμουν παιδί και βιαζόμουν, έτρεχα να προσπεράσω το χρόνο, να βγω πιο μπροστά από αυτόν να ζήσω. Να δω τι υπάρχει παρακάτω. Άτιμη περιέργεια.
Κάποτε ήμουν παιδί. Μεγάλη ξεγνοιασιά, λίγα τα προβλήματα.
Βιαζόμουν να μεγαλώσω όμως και τώρα είναι πολλά τα προβλήματα και λίγη η ξεγνοιασιά.
Κάποτε πίστευα ότι μεγαλύτερα προβλήματα από το να χει κανείς σχολείο, άγχος, διάβασμα δεν υπάρχουν. Μεγάλωσα και μεγαλώνω ακόμα και τώρα δεν είναι όπως πίστευα τα πράγματα. Αλλιώς τα φανταζόμουν άλλα αντίκρισα. Τα φανταζόμουν ξέγνοιαστα και ανέμελα και τα επόμενα χρόνια μεγαλώνοντας αλλά δεν είναι έτσι. Άτιμη άγνοια.
Ήθελα να μεγαλώσω για να πάρω τη ζωή στα χέρια μου. Μεγαλώνοντας σιγά σιγά τη πήρα λοιπόν. Φορτώθηκα όλη μου τη ζωή στις πλάτες μου και τράβηξα πάλι μπρος να βρω έναν ξάστερο ορίζοντα να ζήσω κι εγώ επιτέλους λίγο όπως ήθελα. Λίγο όπως ονειρευόμουν.
Σε έναν ορίζοντα, κάπου σε μια γωνιά της γης που να μην υπάρχει τόσος πόνος, τόση αδικία, τόση κακία, τόσο ψέμα…
Προχωράς να βρεις μια πόρτα να ανοίξει για να ζήσεις αυτά που θέλεις… Όνειρα. Στόχους…
Προχωράς για να βρεις μια αγκαλιά να σε προστατέψει. Τον άνθρωπό σου. Την αγάπη.
Προχωράς και ελπίζεις πως κάπου, κάποτε θα φτάσεις σε έναν τέτοιο προορισμό. Όταν τύχει και φτάσεις στο σημείο που θέλεις γαληνεύει η ψυχή σου και θες να σταματήσει ο χρόνος εκεί. Εκείνος όμως δε σταματάει και τώρα τρέχει εκείνος να σε πιάσει και να βγει μπροστά σου.
Μια στάση ευτυχίας μεγάλης ή μικρής διάρκειας όπως κι αν σου εμφανιστεί ζήσε τη γιατί ο χρόνος σε βουτάει αγκαζέ και σε κουβαλάει μαζί του. Σε πάει εκεί που θέλει αυτός χωρίς να σε ρωτήσει που θέλεις να πας ή σε ποια στιγμή θέλεις να παραμείνεις για να τη γευτείς κι άλλο, να τη χορτάσεις.
Τίποτα δε παραμένει στάσιμο. Ούτε οι στιγμές, ούτε οι άνθρωποι, ούτε τίποτα.
Τράβα μπρος λοιπόν ρε χρόνε κι όπου μας βγάλει.
