Γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος
Όταν κοιτάς τη θάλασσα σου αρέσει περισσότερο όταν σε αφήνει να διακρίνεις την καθαριότητα της ψυχής της.
Την εμπιστεύεσαι με κλειστά μάτια να βουτήξεις την σκέψη σου μέσα της και να χαθείς στην νηνεμία που σου προσφέρει η αλμυρή ανάσα της.
Αποδέχεσαι το κάλεσμα των φυκιάδων που σε καλούν να γιορτάσεις μαζί της την απόλυτη ένωση των στιγμών σας.Νιώθεις κομμάτι του βυθού της, ενός ουρανού γεμάτου από όστρακα ευτυχίας…
Ώσπου μια μέρα χωρίς να το καταλάβεις η γεύση του νερού αλλάζει, πικρίζει στα χείλη σου. Η ηρεμία του βυθού που άλλοτε θαύμαζες κλονίζεται όπως και η εμπιστοσύνη σου.
Οι στιγμές σας γίνονται κρύο ρεύμα που ανασηκώνει τους κόκκους ευτυχίας με μανία απ’ τον πυθμένα της σχέσης σας.
Όλα θολώνουν…
Όταν κοιτάς τη θάλασσα σου αρέσει περισσότερο όταν σε αφήνει να διακρίνεις την καθαριότητα της ψυχής της.
Όταν η ίδια αφήνει την απιστία να κολυμπήσει και να θολώσει τα νερά της, τραβάς γρήγορα το βλέμμα σου από πάνω της.
Και μένει να κοιτάζει το μαύρο τοπίο που δημιούργησε, ψάχνοντας μάταια για ένα όστρακο ευτυχίας.
