Γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος
Τα χρήματα έρχονται και φεύγουν,
όπως ο άνεμος που τα σκόρπισε στην πόρτα σου.
Όσο η δόξα σου κρατά, θα πίνουν νερό στα κρυστάλλινα ποτήρια σου.
Θα είσαι αυτός που γελά, όταν οι άλλοι τσακώνονται για το αν τα λεφτά φέρνουν την ευτυχία…
Ο προνομιούχος που την εξαργυρώνει κάθε στιγμή,
γιορτάζοντας μαζί της με ακριβές σαμπάνιες μες στο δικό σας παραμύθι.
Κάποτε όμως, τα παραμύθια τελειώνουν.
Άλλα καλά, άλλα κακά.
Οι άμαξες γίνονται ξανά κολοκύθες
και τα διδάγματα τα μαθαίνεις πάντα τελευταίος…
Όσο γέμιζες άδεια χέρια, πίστευες πως είχες την αγάπη με το μέρος σου.
Τώρα που χρειάστηκε να γεμίσεις την καρδιά σου,
χάθηκαν από κοντά σου τα χέρια που χόρταινες.
Για χρόνια ένα ζευγάρι χρυσά μαχαιροπήρουνα έμεναν καθαρά στο τραπέζι δίπλα σου.
Μόνο η μοναξιά να ξυπνάει μαζί σου.
Και τώρα, πόσα παλάτια θα χάριζες για να κρατήσεις ένα χέρι αληθινής αγάπης;
Τα παλάτια σε δίδαξαν επιτέλους πώς ερημώνουν…
Οι μεταξωτές κουρτίνες θα κλείσουν.
Και κανείς δεν θα σε θυμάται.
Κι όμως η ελπίδα βρίσκεται ανάμεσα από τα κουρέλια της ψυχής σου, στο πείσμα σου να βρεθείς στον τελευταίο χορό.
Να ξεφαντώσει μια φορά η φτωχή καρδιά σου. Και όταν το ρολόι της μοίρας χτυπήσει μεσάνυχτα…
Ίσως να σου φανερώσει τα πλούτη που δεν γνώρισες ποτέ σου.
