Γράφει η Γεώρα
Και ψάχνεις την αγάπη σε στιγμές φευγαλέες. Σε εκείνες που ποτέ δεν θα ξεχάσεις. Σε εκείνες που σε μπέρδεψαν, σε εξαπάτησαν, σε παραπλάνησαν.
Στη ζάλη του ωραίου, του τυχερού, του αμοιβαίου, γίνεσαι θύμα μιας στιγμής που σε φυλακίζει στο ψέμα.
Και χορεύεις σαν να έχεις αγγίξει ουρανό, μα τα πόδια σου ούτε βήμα δεν τα έχεις κινήσει. Ίσως να μην ξέρουν τα βήματα, ίσως με τον παρτενέρ σου να σας χωρίζει ουσία ζωής.
Χαμογελάς με θάρρος σε εκείνο που έρχεται. Το αναπόφευκτο. Αυτό που θεωρείς ευτυχία. Χαμογελάς γιατί νομίζεις πως κέρδισες. Και τελικά πέφτεις.
Βουτιά στο κενό, με αλεξίπτωτο την ελπίδα.
Στο κενό.
Ανάσα ελευθερίας και φυλακής ταυτόχρονα.
Και αν σωριαστώ; Και αν πονέσω;
Μα ήδη πονάς, καλό μου. Ποιος σου είπε πως η ευτυχία είναι εύκολη υπόθεση; Ποιος σε παραμύθιασε μέσα σε μια στιγμή;
Και συνεχίζεις να χορεύεις τη ζωή. Και εκείνη όλο σου αλλάζει τον ρυθμό. Και όλο θυμάσαι μια στιγμή φευγαλέα, που θεωρούσες πως είχες γνωρίσει την αγάπη. Που θεωρούσες πως είχες νιώσει αγάπη.
Και ίσως εκείνη η στιγμή να ήταν αληθινή, μα τώρα είναι τόσο μακρινή.
Ποιος άραγε είναι αυτός που στέκεται απέναντί σου;
Δεν αναγνωρίζω ίχνος οικειότητας, τρυφερότητας, παιδικότητας.
Δεν αναγνωρίζω ίχνος έρωτα.
Ποιος είναι αυτός άραγε που στέκεται απέναντί μου;
Σε ποια φευγαλέα στιγμή χάθηκε; Σε ποια στιγμή τον γνώρισα πραγματικά;
Ποιος είναι άραγε εκείνος που στέκεται σαν άγνωστος απέναντί μου;
Τον γνώριζα καλά. Τώρα όμως έχει χαθεί μέσα στον χρόνο.
Και συνεχίζεις να ψάχνεις την αγάπη σε στιγμές φευγαλέες. Σε στιγμές μικρές, με μεγάλα αγγίγματα. Σε ένα παρελθόν που έμοιαζε να ήθελες να είναι το μέλλον σου.
Σε ένα παρελθόν που φευγαλέα άγγιξε μια στιγμή στον χρόνο και τον πάγωσε εκεί. Στη στιγμή που είπες πως, ίσως τελικά, τα κατάφερα.
Μα ακόμα έχω την ελπίδα στα χέρια μου.
Άρα έχω ακόμα δρόμο στιγμών.
