Γράφει η Κορίνα Παπαδοπούλου
Ήταν περίεργη. Είχε κάτι δικό της μοναδικό. Δεν έλεγε σ’ αγαπώ όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Τον κοίταζε, του χαμογελούσε και του έλεγε με αγαπησιάρικο ύφος « είσαι βλάκας». Αυτός ήταν ο τρόπος της. Δεν έλεγε πάντα ευθέως αυτά που ένιωθε γιατί φοβόταν, μα τον ρωτούσε εάν έχει φάει, εάν κοιμήθηκε και ανησυχούσε για εκείνον.
Ήταν η γυναίκα που κατάφερνε να του τα συγχωρεί όλα κι εκείνος το ήξερε. Ήταν η γυναίκα που μόλις τον κοίταζε έλαμπε ολόκληρη. Ο κόσμος σταματούσε γύρω της. Τίποτα δεν είχε σημασία. Εκείνη ήταν το φεγγάρι κι εκείνος ο ήλιος της. Όταν ήταν μαζί του δεν την ενδιέφερε τίποτα, γιατί στο πλάι του ένιωθε ο πιο δυνατός άνθρωπος του κόσμου. Τον αγαπούσε πιο πολύ από το ίδιο της τον εαυτό. Ίσως τελικά αυτό να ήταν τον λάθος της.
Αυτή η μονόπλευρη αγάπη, μέρα με τη μέρα, χρόνο με το χρόνο της έπαιρνε όλο το χρώμα από τη ζωή της. Ως που όλα άρχισαν να γίνονται γκρίζα. Γιατί το φεγγάρι είναι ετερόφωτο, δίχως τον ήλιο δεν λάμπει. Έτσι κι εκείνη. Άρχισε να μην μιλά πολύ, να μην χαμογελά. Εκείνος έφευγε κι εκείνη έτρεχε μπας και τον προλάβει.
Αλλά δεν τον προλάβαινε.
Τον αγαπούσε τόσο βαθιά που της έλειπε κάθε στιγμή. Της έλειπαν τα πάντα του αλλά της έλειπε και η καρδιά της, γιατί την είχε εκείνος. Δεν είχε άλλη πλέον για να συνεχίσει. Θα έπρεπε να φτιάξει μια καινούργια. Από χώμα και νερό. Μια ψεύτικη για να γεμίσει το κενό. Χωρίς καμία χρησιμότητα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα την έδινε σε κανέναν άλλο. Δεν ήθελε άλλος άνθρωπος να την φιλά, να την χαϊδεύει και να την ακουμπά. Μόνο το δικό του χάδι ήθελε. Το χάδι του για εκείνη ήταν όπως το νερό για τα λουλούδια, της έδινε ζωή. Όμως παράλληλα μπορούσε να της την πάρει.
Μα είχε κουραστεί να τρέχει ξωπίσω του. Κάθισε κάτω. Του φώναξε να γυρίσει μα εκείνος δεν άκουσε και συνέχισε να τρέχει.
Τώρα έμεινε ένα πλάσμα περίεργο, δίχως καρδιά. Ένα πλάσμα που κατάφερε να αγαπήσει μέχρι θανάτου κι ας αναπνέει ακόμα, η ψυχή και η καρδιά της άφησαν τον σώμα.
Ένα πλάσμα σπάνιο όπως την είχε αποκαλέσει. Ένα πλάσμα που σε κάθε «είσαι βλάκας» εννοούσε σ’αγαπώ.
Βλάκα.
