Γράφει η Βασιλική Κοτλίτσα
Ο επίλογος ήταν έτοιμος. Έβαλε την τελευταία της τελεία και ήταν έτοιμη για την επιστροφή στη πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Η βαλίτσα της τώρα, έστεκε απέναντί της, βουβή, και αυτή, όπως τα βουβά όλο δάκρυα που έπεφταν καυτά στο πρόσωπό της.
Σε αυτή τη πόλη που ζούσε τώρα ήταν αλλιώς. Έγινε ενήλικας με συνείδηση ανηλίκου, ερωτεύτηκε τυχαία για πρώτη φορά, έχτισε όνειρα και ελπίδες για ένα μέλλον δικό της. Τη λάτρεψε και τη μίσησε ταυτόχρονα γιατί τη παίρνει μακριά της.
Αυτό ήταν, έλεγε μέσα της. Τελείωσε. Ο κύκλος αυτής της πόλης έκλεισε. Σε αυτή που έζησε στο έπακρο και αγάπησε σα να ταν δικιά της πάει, σταμάτησε απότομα.
Ο καιρός είχε αλλάξει, τα σύννεφα είχαν κάνει την εμφάνισή τους και η βροχή ερχόταν να πάρει μακριά όλες εκείνες τις αναμνήσεις που θα άφηνε πίσω της. Τις τόσο όμορφες στιγμές, γεμάτες ζωή, ελπίδα, χαρά που πέθαναν σε μια στιγμή χωρίς να περιμένει τίποτα.
Το σπίτι που έμενε δώδεκα ολόκληρα χρόνια, είχε γίνει πια ξένο, σχεδόν απρόσωπο και αγριεμένο από τους πολλούς «θανάτους» που συνέβαιναν τελευταία.
Ότι αγάπησε το έχασε. Ότι ήθελε πολύ, το άφησε. Ότι ήλπιζε για εκείνη χάθηκε. Τα χρόνια πέρασαν και έπρεπε να επιστρέψει εκεί που νόμιζε ότι ανήκει. Να κάνει ξανά τα πρώτα της βήματα και να προχωρήσει μπροστά σα να μην έζησε σε αυτή ποτέ. Να μπορέσει να ομορφύνει ξανά τη ζωή της από την αρχή, με χρώματα του δειλινού και να αναπνεύσει για άλλη μια φορά άλλον αέρα, γνώριμο, σα να την περίμενε να επιστρέψει.
Η Αθήνα, η Αθήνα της όπως την αποκαλούσε θα είναι πάντα εκεί, σαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι από τη ζωή της που θα ενώνεται με τους ανθρώπους της και θα χαμογελάει.
