Θα ήθελα να τις δούμε και μαζί.
Αγάπησε, λυπήθηκε, έγινε διαχειρίσιμο “υλικό” από κάποιον πολύ διαθέσιμο, πολύ εξυπηρετικό, πολύ βολικό.
Τα σημάδια τα είδε, μα τα υποτίμησε γιατί δεν θέλησε να αποδεχτεί πως υπάρχουν και διάβολοι που περπατούν με ανθρώπινη μορφή.
“Μα αυτό το μισιακό;”, “αυτός μωρέ;”
ΝΑΙ! Αυτός!
Αρκεί που εμφανίζεται απρόσκλητος όταν ζητάει “χώρο και χρόνο” και τυχαία περνάει πάντα από εκεί που έχει πει πως θα είναι με τις φίλες της.
Ενώ η αλήθεια είναι πως το μυερό του τομάρι κανείς άλλος δεν το θέλει κοντά του.
Γιατί οι άλλοι ξέρουν και βλέπουν την αλήθεια.
Την αλήθεια που εκείνη αρνείται.
Κι η οικογένειά της ήταν εκεί.
Κι οι συνάδελφοι, κι οι γνωστοί.
Μόνο που βαρέθηκαν να της τα λένε ξανά και ξανά και ξανά.
Κι εκείνη φρόντιζε να τους καθησυχάζει με ωραία παραμύθια για το πόσο την φροντίζει, και πόσο είναι πάντα εκεί για εκείνη. Πόσο άκακος κι αθώος είναι.
Εκείνη στα παραμύθια της για να κοιμάται ήσυχη τα βράδια κι εκείνοι, οι άλλοι, να βλέπουν εφιάλτες στο τι μπορεί να της συμβεί σ’αυτά τα παραμύθια.
Ίσως ξέμεινε καμιά “υπερβολική” φίλη εκεί, προσκολλημένη να την προσέχει όσο μπορεί, όπως μπορεί.
Δεν μπορείς να σώσεις κανέναν που δεν θέλει να σωθεί.
