Γράφουν ο Γιώργος Καραγεώργος και η Ματίνα Νικάκη
Εκείνος – Πώς μου τα άλλαξες όλα και μέσα μου κι απ’ έξω μου μάτια μου;
Πώς μου το όρισες αλλιώτικα το όμορφο;
Πώς πήρες το ωραίο και μου το ξανά τοποθετήσεις με άλλη σειρά;
Ομορφιά είναι, μου είπες, δυο άνθρωποι που γίνονται ένα. Που δεν ξέρεις που τελειώνει ο ένας και που αρχίζει ο άλλος.
Εκείνη – Ώχου κι εσύ. Έχεις κάτι απορίες ώρες ώρες. Νομίζεις πως έμπλεξες με μία συνηθισμένη γυναίκα. Αμ πώς; Θα θελες. Κι εγώ κανονικός άνθρωπος ήθελα να είμαι ξέρεις, αλλά τελικά, ζαβό γεννήθηκα, ζαβό θε να πεθάνω.
Μακάρι κι εγώ να ‘ξερα πόσους εαυτούς κουβαλάω μέσα μου.
Είναι εκείνο το μικρό που θέλει να παίξει που στα δείχνει όλα όμορφα. Που σου απλώνει τα παιχνίδια της όλα κάτω και σου τα δείχνει μέσα στην τρελή χαρά. Μα δε θα σου ‘ρχεται να το φας;
Εκείνος – Ομορφιά είναι ο τρόπος που μια ίδια θάλασσα δείχνει αλλιώς όταν την βλέπεις μονάχος σου κι αλλιώς όταν την κοιτούν τέσσερα μάτια αντάμα.
Ομορφιά είναι η μυρωδιά φαγητού στην κουζίνα, κάθε φορά πού γυρίζεις στο σπίτι σου.
Εκείνη – Όχι πες μου αλήθεια. Πόσο πιο χαρούμενα είναι δύο παιδάκια που παίζουν μαζί στη θάλασσα με τα κύματα. Τα κυνηγούν, πηδούν πάνω τους πετάνε νερά το ένα στο άλλο, γελούν και τα ακούει ολόκληρη η παραλία. Το ίδιο θα ήταν ένα μόνο του; Το πολύ πολύ να καθόταν και να έσκαβε βαρετά πηγάδια στην άμμο.
Μετά γυρίζουν σπίτι πεινασμένα και τρώνε εκείνα τα γεμιστά με το μπόλικο δυόσμο που μαγείρεψε η μαμά τους με μπόλικη φέτα και μια πρέζα από εκείνο το βάζο που κρύβει στο ντουλάπι ψηλά, εκείνο μωρέ που έχει μέσα αγάπη. Τσουπ, πιάνει λίγο με τα δάχτυλα της και μούρλια το φαϊ σου λέω.
Εκείνος – Είναι να σε περιμένει ο πιο όμορφος άνθρωπος που υπάρχει στον κόσμο όταν ανοίγεις την πόρτα σού γυρίζοντας από την δουλειά.
Είναι εκείνο το, καλώς τον μου, που γίνεται χάδι στην ψυχή σου όταν επιστρέφεις κατάκοπος.
Εκείνη – Όλες οι μαμάδες, όταν ξεμακραίνουν τα παιδάκια μας να περάσουν την καγκελόπορτα του σχολείου κάθε πρωί, τα κοιτάμε μέχρι να τα χάσουμε από τα μάτια μας. Μερικές φορές μπορεί να δακρύσουμε κιόλας. Όταν πάλι γυρίζουν σπίτι, τρέχουμε να τους πάρουμε την τσάντα, να τα ρωτήσουμε πώς ήταν η μέρα τους, ή μήπως μας τα πείραξε κάποιος. Κι αυτά απλώνουν τα χεράκια τους στο λαιμό μας και μας αγκαλιάζουν σφιχτά.
Το σε νοιάζομαι είναι μικρές καθημερινές πραξούλες. Μικρές που όμως χωράνε πολύ πολύ αγάπη, αγάπη μου!
Εκείνος – Ομορφιά, μου έμαθες, είναι το να ακουμπάς τις ασήκωτες σκέψεις σου σε έναν άλλο άνθρωπο, και να σε ξεκουράζει.
Να μοιράζεσαι τα προβλήματα σου σε δυο ορθάνοιχτα αυτιά, και να ακούς, “μην φοβάσαι, τώρα έχεις εμένα”.
Να γεμίζει, ο κάποτε έρημος χώρος σου, συντροφιά, αγκαλιά, και γυναίκα και να ομορφαίνει ανυπόφορα.
Ομορφιά είναι, μου είπες κι είχες απόλυτο δίκιο, ένα τραπέζι στρωμένο με αγάπη, ένα κρεβάτι στρωμένο με έρωτα και ένα σπιτικό στρωμένο με νοιάξιμο.
Ομορφιά μου!
Εκείνη – Η ομορφιά δε βρίσκεται πουθενά όταν δεν θέλουμε να τη δούμε, και παντού όταν θέλουμε. Όσο και να προσπαθούμε να τη δείξουμε σε κάποιους ανθρώπους δε θα θελήσουν ποτέ μα ποτέ να τη δουν. Αυτή είναι δική τους ανημποριά και δε φταίμε εμείς γι αυτό.
Όταν πάλι θέλουν, θα ψάξουν εκείνο το μικρό το λουλουδάκι, το άγριο, το πεισματάρικο, το πιο όμορφο που θα στέκεται καμαρωτό μέσα στην ταπεινότητα του, φωνάζοντας κοίτα με, εγώ μπόρεσα και άνθισα. Στέκομαι εδώ, κάτω από όλες τις συνθήκες και κατάφερα να με δεις!
Υπάρχει ομορφιά, εκεί σε κάτι πλάσματα που δεν τα παράτησαν ποτέ! Που δε γίνεται σου λέω να μην είναι όμορφα! Που δε γίνεται να μην είναι αγάπη!
