Γράφει η Μαρία Αλεξίου
Όχι τη σβήνεις. Μην το μπερδεύουμε. Τη μαλακώνεις. Της ρίχνεις λίγο φως, λίγο ήχο, λίγη ζεστασιά. Και για λίγο, μοιάζει σαν να μην υπάρχει. Σαν να έφυγε. Σαν να γέμισε εκείνο το κενό που δεν λέγεται εύκολα.
Αλλά είναι ακόμα εκεί.
Απλώς, όταν είσαι κοντά μου, δεν πονάει τόσο.
Μου μιλάς και ησυχάζω. Με κοιτάς και κάπως μαζεύομαι. Δεν είναι ότι με αλλάζεις. Είναι ότι με κάνεις να αντέχω καλύτερα αυτό που ήδη κουβαλάω. Και αυτό, ξέρεις, είναι επικίνδυνο.
Γιατί αρχίζω να σε χρειάζομαι όχι για αυτό που είσαι, αλλά για αυτό που κάνεις στη σιωπή μου.
Κι αυτό δεν είναι δίκαιο. Ούτε για σένα, ούτε για μένα.
Γιατί εσύ δεν ήρθες για να καλύψεις κενά. Δεν ήρθες για να παίξεις τον ρόλο κάποιου που λείπει. Ήρθες όπως είσαι. Με τα δικά σου, με τα δύσκολά σου, με τα όμορφά σου. Κι εγώ, αντί να σε δω καθαρά, σε μπέρδεψα με μια ανάγκη που προϋπήρχε.
Και το κατάλαβα αργά.
Το κατάλαβα όταν έφυγες και η μοναξιά γύρισε. Όχι πιο βαριά. Ίδια. Απλώς χωρίς εσένα να την απαλύνεις. Και τότε είδα την αλήθεια. Δεν έφυγες εσύ από μέσα μου. Έφυγε αυτό που με βοηθούσε να μην νιώθω.
Και ξέρεις κάτι;
Δεν θέλω να σε κρατήσω έτσι.
Δεν θέλω να είσαι το “ενδιάμεσο”. Δεν θέλω να σε αγαπάω επειδή φοβάμαι να μείνω μόνη μου. Δεν θέλω να σε κάνω λύση σε κάτι που πρέπει να αντιμετωπίσω εγώ.
Γιατί αν σε κρατήσω έτσι, θα σε χάσω έτσι.
Κι εσύ αξίζεις κάτι πιο καθαρό από αυτό. Κάτι που να μην εξαρτάται από το πόσο πονάω όταν δεν είσαι εδώ.
Οπότε ναι.
Ξεγέλασες τη μοναξιά μου.
Αλλά δεν τη νίκησες.
Κι εγώ πρέπει να μάθω να στέκομαι απέναντί της χωρίς να ψάχνω κάποιον να την σβήσει.
Και αν κάποτε σε ξαναβρώ, θέλω να είναι αλλιώς.
Όχι για να με γεμίσεις.
Αλλά για να σε διαλέξω.
