Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Πού και πού, να κάνεις μια στάση. Να σταματάς για να κατέβουν οι περιττοί· εκείνοι που ήρθαν μόνο για να πάρουν, χωρίς να έχουν ιδέα ποιος είσαι και τι κουβαλάς μέσα σου. Αυτοί που μπήκαν στη ζωή σου χωρίς εισιτήριο, χωρίς διάθεση να μάθουν, χωρίς πρόθεση να σταθούν. Ήρθαν για να γεμίσουν τα δικά τους κενά, όχι για να πορευτούν μαζί σου.
Να σταματάς να μιλάς, να σταματάς να εξηγείς, να πάψεις να προσπαθείς να αποδείξεις την αξία σου σε ανθρώπους που την αγνοούν επίτηδες. Γιατί, καμιά φορά, δεν είναι ότι δεν μπορούν να σε καταλάβουν· είναι πως δεν θέλουν. Δεν τους βολεύει να δουν τη δύναμή σου, γιατί θα χρειαστεί να κοιταχτούν στον καθρέφτη και να αναγνωρίσουν τη δική τους αδυναμία. Είναι πιο εύκολο να σε αδειάζουν σιγά σιγά, να καταναλώνουν το φως σου, να χορταίνουν απ’ την υπομονή σου και να σε αφήνουν κάθε φορά λίγο πιο κουρασμένη. Λίγο πιο άδεια.
Κι εσύ, να κάνεις μια στάση και να τους δεις. Να δεις ποιοι κατεβαίνουν πρώτοι, ποιοι απομακρύνονται μόλις πάψεις να δίνεις, ποιοι στραβώνουν όταν δεν τους χαμογελάς πια, όταν δεν τους επιβεβαιώνεις με την παρουσία σου. Εκεί είναι που ξεκαθαρίζουν όλα· στον καιρό που το δικό σου δόσιμο, το όποιο δόσιμο, δεν είναι δεδομένο.
Κράτα μόνο όσους σε αντέχουν χωρίς να τους ταΐζεις προσοχή, εκείνους που σε νιώθουν στη σιωπή, που δεν φεύγουν όταν δεν είσαι λαμπερή ή δυνατή. Η ζωή δεν είναι για να τη σκορπάς σε όλους, είναι για να τη χαρίζεις σε λίγους. Σε όσους δεν μετράνε όσα τους δίνεις, αλλά στα δίνουν πίσω χωρίς να το ζητήσεις. Σε όσους βλέπουν πίσω απ’ τη βιτρίνα, σε όσους δεν τρομάζουν με το βάθος σου.
Να κάνεις μια στάση, λοιπόν, να κατεβαίνουν οι περιττοί. Να τους ευχαριστείς για όσα σε έμαθαν, κι ας σε πόνεσαν. Γιατί κάθε αποχώρηση, όσο κι αν πονά, σε φέρνει πιο κοντά σε σένα. Και κάπου εκεί, μέσα στη σιωπή της διαδρομής, θα νιώσεις πιο ελαφριά, πιο καθαρή, πιο αληθινή.
Κι έτσι θα συνεχίσεις. Όχι με περισσότερους. Με λιγότερους.
Αλλά με εκείνους που πραγματικά μετράνε.
