Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Δεν έβλεπα τις ώρες, δεν έβλεπα τον χρόνο, δεν έβλεπα τα προβλεπόμενα, δεν έβλεπα τίποτε.
Δεν έβλεπα πως ήσουν φευγάτος και προσπερνούσες καθώς βυθιζόσουν λεπτό με το λεπτό μέσα σε εκείνο το καθαρό γαλανό της θάλασσας, μόνος, μόνος όπως πάντα.
Δεν έβλεπα τίποτε άλλο παρά μόνο τον έρωτα, τον έρωτα μου για εσένα.
Τυφλή σε οτιδήποτε προφανές περνούσε μπροστά από τα μάτια μου.
Τυφλή στον έρωτα σου, τυφλή για να μην δω το φευγιό σου, από την αρχή, από πάντα.
Μα έτσι είναι οι αποσβολωμένοι από τον έρωτα αγάπη μου.
Τυφλοί, μουγκοί, μουδιασμένοι, εκεί καθισμένοι σε μια γωνία ενός σκοτεινού, υγρού δρόμου να περιμένουν κάτι να ξεπροβάλλει από τη γωνιά του, κάτι γυαλιστερό, διαφορετικό, μοναδικό, όμορφο, όμορφο σαν τη γη όταν ανθίζει.
Μα ο έρωτας δεν είναι μόνος.
Ή ίσως και να είναι τελικά;
Δεν ξέρω.
Δεν ξέρω, ίσως και να είχες δίκιο, να ήξερες πως πάντα στο τέλος μένεις μόνος να προσμένεις πάντα, για πάντα, τον έρωτα.
Δεν ξέρω, ίσως.
Τον έρωτα, τον έρωτα!
