Γράφει η Αριάδνη.
Δεν είσαι καλά; Δεν είσαι καλά. Νέος άνθρωπος, κλεισμένος μέσα στο σπίτι, χωρίς δουλειά, χωρίς έναν άνθρωπο ν’αγαπάς και να σ’αγαπάει, βουλιάζεις στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση ή με το κινητό στο χέρι και παρακολουθείς τη ζωή σαν θεατής.
Έχεις απογοητευτεί, έχεις πελαγώσει και δεν ξέρεις από πού ν’αρχίσεις και τι να πρωτοδιορθώσεις. Κι έτσι ξεχνιέσαι, αφήνεις τις μέρες να περνούν ανεκμετάλλευτες και γκρινιάζεις μονίμως για την κακή σου τύχη.
Να σου πω, σού‘χω νέα! Κανένα θαύμα δεν πρόκειται να συμβεί, κανένας δεν θα έρθει να σε σώσει. Εσύ πρέπει να το κάνεις αυτό, πάρ’το απόφαση.
Κι επειδή δεν μπορείς να κάνεις και πολλά για να βρεις τον έρωτα της ζωής σου, σού προτείνω να ξεκινήσεις βρίσκοντας μια δουλειά. Μια οποιαδήποτε δουλειά. Από το να μοιράζεις διαφημιστικά και πίτσες μέχρι να σερβίρεις και να πλένεις πιάτα. Οποιαδήποτε δουλειά που θα σε κάνει να ξεκουνηθείς από τον καναπέ σου.
Άτιμο πράγμα αυτός ο καναπές, για πότε σε “ρουφάει” και γίνεσαι ένα με την ταπετσαρία του, χαμπάρι δεν το παίρνεις.
Γι’αυτό σου λέω, μια οποιαδήποτε δουλειά με όσα χρήματα, αρκεί να έχεις ένα λόγο να βγαίνεις από το σπίτι σου, αρκεί στο τέλος κάθε μήνα να παίρνεις τον δικό σου μισθό.
Μην πτοείσαι γιατί θα σου φτάνει μόνο για δεκαπέντε – είκοσι μέρες, μια αρχή είναι κι αυτή. Άλλωστε όσο είσαι στην αγορά εργασίας και κυκλοφορείς, όλο και κάτι καλύτερο μπορεί να σου προκύψει. Ποτέ δεν ξέρεις!
Ενώ αν συνεχίσεις να φυτοζωείς στο σπίτι σου, αυτό που ξέρεις σίγουρα, είναι ότι θα βρίζεις το σύστημα και τα κυκλώματα κάθε φορά που δεν θα βλέπεις το όνομά σου στους προσληφθέντες των όποιων προκηρύξεων.
Άσε δε που, αφού είσαι ελεύθερος άνθρωπος χωρίς παιδιά, σκυλιά και λοιπές υποχρεώσεις, μπορείς να πας όπου θέλεις, όλος ο κόσμος είναι δικός σου!
Εντάξει, δεν σου λέω να ξενιτευτείς σώνει και καλά, αλλά μία παραμεθόριο ως δημόσιος υπάλληλος (ή αναπληρωτής έστω) ή ένα παραθαλάσσιο για μια εποχιακή δουλειά, μπορείς τουλάχιστον να τα συμπεριλάβεις στις επιλογές σου.
Κι αν σου προκύψουν, να φύγεις. Να φύγεις από την ασφάλεια του πατρικού σου, να κόψεις τον ομφάλιο λώρο. Να πας εκεί κι ας είναι δύσκολες οι συνθήκες κι ας μην είναι και τόσο καλά τα χρήματα.
Να πας, να “ψηθείς”, να ξεκουνηθείς, να ξεβαλτώσεις. Να πας και να γίνεις συλλέκτης εμπειριών. Να πας και να μάθεις πώς είναι να πληρώνεις εσύ το νοίκι, το ρεύμα, το νερό, το τηλέφωνο κι όχι οι γονείς σου. Να πας κι ας έρθει η στιγμή που η μόνη πολυτέλεια που θα μπορείς να προσφέρεις στον εαυτό σου θα είναι ένα γιαουρτάκι με φρούτα.
Να πας γιατί τα χρόνια που περνάνε δεν ξαναγυρίζουνε. Κι από εσένα εξαρτάται αν θα τα θυμάσαι με μια πικρία γιατί βούλιαζες σε έναν καναπέ ή αν θα χαμογελάς γιατί έπιασες τη ζωή από τα μαλλιά και δεν την φοβήθηκες.
Να πας!
