Γράφει ο Γιώργος Καραγεώργος
Τι λες καμάρι μου, πού στο διάολο τα έχεις δει όλα αυτά γραμμένα και ποιος ηλίθιος στα έμαθε;
Σε ποιον νομίζεις ότι μιλάς;
Άκου με αγάπη μου, δεν είμαι εγώ το παιχνιδάκι σου για να περνάς εσύ ευχάριστα την ώρα σου. Όχι, σου λέω, λάθος κατάλαβες, δεν είμαι εγώ ο πασατέμπος σου τις ώρες που βαριέσαι, να με μασάς κι ύστερα να με φτύνεις, λάθος κατάλαβες και λάθος τα έχεις όλα στο μυαλό σου!
Στο κάτω κάτω μάτια μου, ποια νομίζεις ότι είσαι και σε ποιον νομίζεις ότι μιλάς;
Δεν είμαι εγώ ανόητη παιδάκι, να του κουνάς το δάκτυλο κάθε φορά που εσύ θεωρείς ότι δεν συμπεριφέρομαι όπως θέλεις. Ούτε είμαι το κατοικίδιο σου, να με μαλώνεις που δεν φέρομαι όπως πρέπει κι όπως ορίζουν οι δικοί σου οι κανόνες.
Ποια νομίζεις ρε ότι είσαι και σε ποιον νομίζεις πως μιλάς;
Δεν σου χρωστάω χάρες κι αν δεν στις κάνω, θα ξεσπάς τα νευρά σου πάνω μου. Ούτε έχω μόνο υποχρεώσεις απέναντι σου και θα πρέπει να λειτουργώ όπως εσύ βολεύεσαι, μη μπερδεύεσαι κορίτσι μου!
Εγώ εσένα, αν θες να ξέρεις, σε επέλεξα για αυτό ακριβώς που είσαι, όχι για εκείνο που εγώ θα ήθελα να σε φτιάξω. Εσένα σου επέτρεψα να λειτουργείς και δεν σε έβγαλα απ΄ την πρίζα και να σε βάζω ξανά σε λειτουργία όταν θέλω να κάνω την δουλειά μου. Εσένα εγώ σε διάλεξα ανάμεσα από δεκάδες κι αν προσπαθούσα σε κάθε ευκαιρία να σε αλλάξω και να σε κάνω κάτι που θα βολεύει εμένα, θα σήμαινε πως ήσουνα λάθος επιλογή.
Αλίμονο μου αν στο κάθε όχι σου, σου μούτρωνα και σου έκοβα την καλημέρα.
Αλίμονο μου αν σε κάθε αντίθετη άποψη σου, σε έστηνα στα πέντε μέτρα και σε εκτελούσα.
Αλίμονο μου αν στα θέλω σου, εγώ σου επέβαλα τα δικά μου και τρισαλίμονο μου αν σου όριζα τι θα πεις και πότε θα το πεις.
Θα ήθελα φτύσιμο, αν σε κάθε ενέργεια σου, που εγώ την έβλεπα λάθος, σου έψηνα το ψάρι στα χείλη. Θα ήμουνα απάνθρωπος κι υπάνθρωπος, αν εσύ μου έλεγες, “θα να κάνω εκείνο” κι εγώ σου απαντούσα, “δεν θα το κάνεις, γιατί στο λέω εγώ”. Αν εσύ μου έλεγες “συγγνώμη” κι εγώ σου έλεγα, “δεν την δέχομαι και θα μου το πληρώσεις”, θα ήμουνα εχθρός σου κι όχι δικός σου.
Και δεν σου λέω να με αφήνεις να κάνω ό,τι γουστάρω, προς Θεού, σου λέω, πως έχω όμως το δικαίωμα να γουστάρω κι εγώ πού και πού. Δεν σου λέω να λειτουργώ ασύδοτα, όμως θα πρέπει να λειτουργώ κι εγώ καμιά φορά. Ούτε σου λέω να μην με νοιάζει η γνώμη σου, μα πως να το κάνουμε, έχω κι εγώ την δική μου!
Δεν θα με άντεχες ούτε μια μέρα, αν εγώ προσπαθούσα να σου βάλω τα δυο ποδάρια σου σε ένα παπούτσι, τι σε κάνει να πιστεύεις πως εγώ θα το δεχτώ;
Αν ήθελες λοιπόν κάτι πιο υπάκουο κι κάτι πιο άβουλο, ας έπαιρνες έναν σκύλο ας πούμε, να τους λες κάτσε κι αυτός να κάθετε, να του λες σήκω και να σηκώνεται και να είναι ευτυχισμένος που το κάνει.
Αν ονειρευόσουνα κάτι πιο υποτακτικό και πιο δεκτικό στα χίλια κόμπλεξ σου, ας έπαιρνες έναν ευνούχο κι όχι να προσπαθείς με κάθε δυνατό κι αδύνατο τρόπο να με ευνουχίσεις.
Αν ήθελες διπλά σου κάτι άψυχο που θα το πλάσεις εσύ όπως σου αρέσει, ας έπαιρνες υγρό πηλό, να κάτσεις και να τον πλάσεις, όπως σου κάνει κέφι!
Λυπάμαι που δεν θα στην κάνω άλλο αγάπη μου την χάρη, λυπάμαι που εγώ έχω προσωπικότητα κι όρια και δεν είμαι αυτό που εσύ θα ήθελες να είμαι τελικά, δηλαδή υπάκουος σκύλος, ευνούχος ή ασχημάτιστος πηλός.
Sorry, που σου το χάλασα, μα θα στην ξανά θέσω την ερώτηση, ποια νομίζεις ρε ότι είσαι και σε ποιον νομίζεις ότι μιλάς;
