Γράφει η Εύα Αλιβιζάτου
Και έπειτα νιώθεις ότι είσαι η κυρία του εαυτού σου.
Πως ποτέ κανείς δεν θα αγγίξει την καλοσύνη της ψυχής σου και θα σου την κάνει κουρέλι δεύτερη και τρίτη φορά.
Τώρα ξέρεις τι αξίζεις και, γι’ αυτό, ξέρεις ότι έχεις το προβάδισμα.
Πρώτα με την αξιοπρέπειά σου, μετά με την αυτοεκτίμησή σου και έπειτα με την αυτοπεποίθησή σου. Κανένας ποτέ δεν θα βρεθεί πάλι να σου κουνήσει το δάχτυλό του.
Ίσως γιατί η απάντησή σου δεν είναι το δικό σου μεσαίο, αλλά ο τρόπος που στέκεσαι και το στήσιμο του κεφαλιού σου.
Ψηλά, με το βλέμμα στο πρόσωπο του καθενός, κοιτώντας τον στα μάτια, αφού τον έχεις αναγκάσει να χαμηλώσει το βλέμμα του πρώτα αυτός…
Γιατί εσύ ανήκεις πια μόνο στον εαυτό σου.
Ανήκεις εκεί όπου είναι η δύναμή σου.
Ανήκεις όπου εσύ γουστάρεις.
Σίγουρα όχι σε τρίτες και δεύτερες ευκαιρίες.
Η δύναμη που έκρυβες για να νιώθουν οι κατώτεροι όμορφα· οι φορές που κάποιοι απέναντί σου δεν τόλμησαν να πουν αυτά που ένιωθαν, γιατί ο φόβος φυλούσε τα έρμα.
Απέφευγες να πεις κάτι παραπάνω, ώστε να γλιτώσεις ένα ξέστρωφο, ξεγυρισμένο χαστούκι. Και στο τέλος, είσαι κι ο μ*ς της υπόθεσης, γιατί έδωσες τον αέρα να φας και δεύτερη και τρίτη.
Τώρα είσαι αυτό που ονειρεύτηκες.
Κοιτούσες στον καθρέφτη, στις βιτρίνες και στα τζάμια τα δάκρυά σου, όταν κυλούσαν.
Τώρα κοιτάς τις ντυμένες κούκλες με τα υπέροχα ρούχα και χαμογελάς.
Μπαίνεις μέσα στο μαγαζί, χαρίζεις τη χαμογελάρα σου και την πληθωρικότητά σου, και στο φεύγα αφήνεις τα χείλη σου στη βιτρίνα· αποτύπωμα το ολοκόκκινο κραγιόν, με τις πωλήτριες να γελούν που τους έφτιαξες την άχαρη ημέρα.
Και αφού άντεξες όλα όσα δεν σου άξιζαν, έγινες κυρία του εαυτού σου — μα όχι του κυρίου.
Σταματάς στο πρώτο bar και κοιτάς τον barman στα μάτια.
«Tequila Sunrise, παρακαλώ…»
Το βλέμμα σου δεν φεύγει από τα μάτια του.
Και τώρα πες μου: θήραμα ή κυνηγός;
