Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Αχ εσύ βρε… ζωή! Με θυμάσαι; Είμαι αυτή που μου χρωστάς εκείνο το απροειδοποίητο ταξίδι. Αυτό που θα ξεκινήσει με την ερώτηση «πάμε;» και θα υπάρχει μόνο «ναι» ως απάντηση, όχι το «που» και το «πότε». Χωρίς βαλίτσα, χωρίς GPS, χωρίς πλάνο. Ένας δρόμος και δύο άνθρωποι.
Θέλω ένα ταξίδι που να ξεκινήσει Κυριακή απόγευμα, όχι Παρασκευή ή Σάββατο. Θέλω όταν όλοι γυρνούν εμείς να φεύγουμε. Θέλω εκείνη την ώρα που ο ήλιος πέφτει αργά και τα μάτια μας λάμπουν όπως μας χτυπάει το ηλιοβασίλεμα, με παρέα μας τη μουσική.
Να σταματάμε σε κάτι χωριά που δεν ήξερες καν ότι υπάρχουν, να παίρνουμε καφέ από βενζινάδικο και να καθόμαστε στο καπό να κοιτάμε τον ουρανό. Να γελάμε με χαζομάρες και να λέμε ιστορίες που μέχρι τότε κρατούσαμε μέσα μας, Να σταματάμε δεξιά γιατί έπιασε βροχή και έχω καημό αυτό το φιλί σου κάτω από τα «δάκρυα» των σύννεφων.
Να κοιμόμαστε στο αυτοκίνητο ή σε ένα ξεχασμένο δωμάτιο με ένα μικρό μπαλκόνι που φυσάει… καλοκαίρι.. Να ξυπνάμε χωρίς ξυπνητήρι, αλλά με το φως που μπαίνει από την μικρή σχισμή του παραθύρου, με ένα φιλί στο μέτωπο, με μια σφιχτή αγκαλιά, ξέρεις από αυτές που κανένας δεν μπορεί να σε πάρει μακριά.
Μου χρωστάς, εκείνη τη στιγμή που όλα είναι απλά. Που δεν υπάρχει η σκέψη του αύριο, μόνο το τώρα, σα να ξέρουμε πως αυτό συμβαίνει μία φορά και δε θα ξανάρθει και πρέπει να το εκμεταλλευτούμε.
Μου χρωστάς αυτό το ρομαντικό, γεμάτο ανεμελιά, ταξίδι…
