Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Θυμάμαι εκείνες τις φορές που έσπασα για να μην τρομάξω απ’ τα συναισθήματα που ένοιωσα.
Εκείνες τις στιγμές που σιώπησα για να μην τρομάξεις εσύ.
Θα ‘θελα να μπορούσα να σου είχα πει εκείνο το σ’ αγαπώ που ακόμα καίει την γλώσσα μου.
Θα ‘θελα να μπορούσες να με κοιτάξεις και να μου πεις πως κι εσύ νιώθεις το ίδιο.
Αλλά βλέπεις εσύ δεν με ένιωσες ποτέ.
Δεν ένιωσες ποτέ τον χτύπο της καρδιάς μου.
Δεν αγάπησες ποτέ τον ήχο της ψυχής μου.
Ήταν εκεί και σου μιλούσε πάντα με τόση στοργή, λες κι ήσουν όλος ο κόσμος γι’ αυτήν.
Τα ποδοπάτησες όλα.
Δεν μέτρησες τις ώρες που σπαρταρούσα στην αγκαλιά σου.
Δεν μέτρησες τα δευτερόλεπτα που λαχταρούσε το κορμί μου για ένα σου χάδι.
Άνοιξες την πόρτα κι έφυγες τόσο απλά, λες και δεν με γνώρισες ποτέ.
Λες και δεν υπήρξα ποτέ στην ζωή σου.
Λες και δεν μ’ άγγιξες.
Κι έμεινα εκεί, σ’ εκείνη την στιγμή που μ’ αγκάλιασες για τελευταία φορά, να διψάω για ένα φιλί σου.
Έσπασα όταν κατάλαβα ότι δεν θα γυρνούσες ξανά.
Έσπασα όταν κατάλαβα ότι ήμουν για σένα ένα άυλο σώμα.
Κομμάτια έγινα όταν αντιλήφθηκα ότι έπρεπε να σε ξεχάσω.
Κομμάτια έγινα όταν ράγισε η ψυχή μου.
Δεν θα σε ξανά δω.
Δεν θα σε ξαν’ αγγίξω.
Δεν θέλω να με δεις έτσι.
Ραγισμένη, μικρή, μόνη.
Δεν θέλω να με δεις έτσι.
Με ένα συναίσθημα που το ‘κανες κομμάτια.
