Γράφει η Σοφία Σοφιανίδου
Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα που κοιτούσες το τηλέφωνό σου σαν να ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε σημασία στον κόσμο; Το χέρι σου να το πιάνει, να το αφήνει, να το ξαναπιάνει. Η καρδιά σου να χτυπάει πιο δυνατά σε κάθε φως που άναβε στην οθόνη και να πέφτει σαν πέτρα όταν δεν ήταν εκείνος.
Δεν περίμενες τον άνθρωπο. Περίμενες την επιβεβαίωση. Περίμενες να σου πει, με όποιον τρόπο, πως αξίζεις. Κι όσο περίμενες ένιωθες ζωντανή με έναν τρόπο επικίνδυνο, γιατί η ένταση αυτή δεν ήταν αγάπη. Ήταν πείνα.
Ξέρεις τι εννοώ. Εκείνο το ρίγος όταν σε κοιτάει διαφορετικά μπροστά σε άλλους. Εκείνη η ζέστη στο στήθος όταν λέει το όνομά σου με έναν τόνο που δεν χρησιμοποιεί για κανέναν άλλον. Νιώθεις σαν να λάμπεις. Σαν να είσαι, επιτέλους, κάποια.
Κι όμως, ρώτα τον εαυτό σου, ειλικρινά. Λάμπεις εσύ, ή λάμπει η αντανάκλασή σου μέσα στα μάτια του;
Γιατί υπάρχει μια στιγμή, αργά τη νύχτα, που το ξέρεις. Το νιώθεις στο στομάχι, σαν κενό. Δεν αγαπάς εκείνον. Αγαπάς το πώς σε κάνει να νιώθεις όταν σε βλέπει. Και τη στιγμή που θα σταματήσει να σε βλέπει έτσι θα πονέσεις όχι επειδή έχασες εκείνον, αλλά επειδή έχασες την εκδοχή σου που υπήρχε μόνο μέσα στα μάτια του.
Αυτό είναι φωτιά που καίει γρήγορα και αφήνει στάχτη.
Υπάρχει όμως κι ένα άλλο είδος έντασης. Πιο βαθιά, πιο σιωπηλή, που δεν την αναγνωρίζεις αμέσως γιατί δε φωνάζει.
Είναι όταν κάθεσαι δίπλα σε κάποιον, χωρίς λόγια, και το δωμάτιο δεν είναι άδειο μα είναι γεμάτο. Είναι το χέρι που βρίσκει το δικό σου χωρίς να το ψάξει. Το βλέμμα που δε σε αξιολογεί, απλά σε βλέπει. Τις ρωγμές σου, τις κακές σου μέρες, το πρόσωπό σου χωρίς μακιγιάζ και χωρίς άμυνα. Και δε φεύγει.
Εκεί η ένταση δεν έρχεται από την αβεβαιότητα. Έρχεται από τη βεβαιότητα. Κι αυτό είναι πολύ πιο δυνατό απ’ όσο νομίζεις. Γιατί το σώμα σου, όταν επιτέλους νιώσει ασφάλεια, δεν χαλαρώνει από ανία. Ανοίγει. Σαν κάτι σφιγμένο μέσα σου, χρόνια, να λύνεται επιτέλους.
Δεν είναι το πυροτέχνημα που θα σε κάνει να νιώσεις ζωντανή. Είναι το χέρι που μένει, νύχτα με τη νύχτα, χωρίς να χρειάζεται απόδειξη.
Ο πρώτος έρωτας σε αναγκάζει να ζητάς. Ο δεύτερος σε αφήνει, επιτέλους, να αναπνεύσεις.
Και όταν το νιώσεις μία φορά -αυτό το βαθύ, ήσυχο, σταθερό κάτι- δε θα μπορέσεις ποτέ ξανά να μπερδέψεις τη φωτιά που καίει με αυτήν που ζεσταίνει.
