Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Δεν είναι οι καβγάδες που με κουράζουν. Δεν είναι οι διαφωνίες, ούτε οι στιγμές που υψώνουμε τον τόνο και συγκρουόμαστε σαν δυο εγωισμοί που δεν θέλουν να κάνουν πίσω. Εκεί, τουλάχιστον, υπάρχει παλμός. Υπάρχει ενδιαφέρον. Υπάρχει ζωή.
Με εξαντλεί το κενό σου.
Εκείνο το βλέμμα που περνάει από πάνω μου σαν να είμαι έπιπλο στο δωμάτιο. Η απάντηση των δύο λέξεων. Η σιωπή που δεν είναι γαλήνη αλλά απομάκρυνση. Δεν φωνάζεις. Δεν φεύγεις. Απλώς δεν είσαι εδώ. Κι αυτή η απουσία σου ενώ στέκεσαι απέναντί μου, με διαλύει πιο ύπουλα από οποιονδήποτε καβγά.
Προσπαθώ να σε πλησιάσω και νιώθω πως αγγίζω τοίχο. Μιλάω και οι λέξεις μου πέφτουν στο πάτωμα. Σε κοιτάζω για να βρω έστω μια σπίθα και βλέπω ουδετερότητα. Σαν να μην έχει σημασία αν είμαι ή δεν είμαι. Σαν να μην αλλάζει τίποτα μέσα σου.
Ξέρεις τι σημαίνει αυτό για έναν άντρα; Να νιώθει περιττός. Όχι ανεπαρκής. Περιττός. Να αρχίζει να αμφιβάλλει αν έχει χώρο στη ζωή σου ή αν απλώς γεμίζει ένα κενό που δεν σε ενδιαφέρει πια να καλύψεις.
Δεν ζητάω υπερβολές. Δεν θέλω θέατρο. Θέλω παρουσία. Θέλω να νιώθω ότι με βλέπεις. Ότι με ακούς. Ότι όταν μιλάω, δεν περιμένεις απλώς να τελειώσω. Ότι όταν σιωπώ, δεν σου είναι αδιάφορο τι κουβαλάω.
Η αδιαφορία δεν κάνει θόρυβο. Δεν σπάει πόρτες. Δεν λέει βαριές κουβέντες. Σκοτώνει αργά. Στεγνώνει τη σχέση μέχρι να μη μείνει τίποτα να κρατήσει. Και τότε δεν φταίει κανείς, γιατί δεν έγινε “κάτι σοβαρό”. Μόνο που χάθηκε το ενδιαφέρον.
Αν δεν με θέλεις, πες το. Αν κουράστηκες, μίλα. Αν δεν μπορείς, παραδέξου το. Αλλά μη με κρατάς σε μια ζώνη ουδετερότητας όπου προσπαθώ μόνος μου να κρατήσω ζωντανό κάτι που εσύ έχεις ήδη εγκαταλείψει μέσα σου.
Γιατί μπορώ να αντέξω την αλήθεια. Μπορώ να αντέξω τον θυμό σου. Αυτό που δεν αντέχω είναι να παλεύω για κάποιον που δεν παλεύει καν να με κοιτάξει.
