Γράφει η Κατερίνα Μαυρίδου
Εγώ το «σ’ αγαπώ» θα στο λέω μονορούφι. Γρήγορα. Σχεδόν σαν να με κυνηγάει κάποιος.
Και με κυνηγάει.
Ο χρόνος.
Αυτός που σε έφερε όταν είχα ήδη μάθει να μη σε περιμένω. Όταν είχα βολέψει τις απουσίες μου, είχα τακτοποιήσει τις επιθυμίες μου και είχα πείσει τον εαυτό μου πως υπάρχουν πράγματα που, αν δεν συνέβησαν μέχρι τώρα, μάλλον δεν θα συμβούν.
Και μετά ήρθες εσύ.
Και ξαφνικά δεν με νοιάζει πόσο καλά τα είχα τακτοποιήσει όλα.
Γιατί σε θέλω με εκείνον τον άβολο τρόπο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για λογική. Θέλω να σε αγγίζω χωρίς να σκέφτομαι πότε πρέπει να τραβήξω το χέρι μου. Να σε φιλάω χωρίς να μετράω πόσο κράτησε. Να ξυπνάω δίπλα σου και να μη χρειάζεται να θυμηθώ πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζεις εσύ.
Κι αναρωτιέμαι πού ήσουν πριν.
Όταν είχα περισσότερο χρόνο να σου δώσω. Όταν πίστευα ακόμα στα «για πάντα» χωρίς δεύτερη σκέψη. Όταν μπορούσα να ερωτευτώ χωρίς να γνωρίζω πόσο πολύ μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή ένας άνθρωπος.
Μόνο που ίσως τότε να μη σε αναγνώριζα.
Ίσως έπρεπε πρώτα να αγαπήσω λάθος, να φύγω, να μείνω, να χάσω, να μάθω. Να σταματήσω να εντυπωσιάζομαι από όσα κάνουν θόρυβο και να καταλάβω πόσο ερωτική μπορεί να γίνει μια παρουσία όταν δεν ζητά να αποδείξει τίποτα.
Και τώρα είσαι εδώ.
Στην ηλικία που δεν θέλω να κρύβω επιθυμίες πίσω από σωστές λέξεις. Δεν θέλω να κάνω πως δεν μου λείπεις όταν μου λείπεις. Ούτε να καταπίνω ένα «σε θέλω» για να προστατεύσω την εικόνα μου.
Σ’ αγαπώ.
Να το.
Μονορούφι. Λαχανιασμένο. Σχεδόν πάνω στο στόμα σου.
Και δεν ξέρω αν άργησες ή αν ήρθες ακριβώς όταν έπρεπε.
Ξέρω μόνο πως τώρα που σε βρήκα, δεν θέλω να κάνω οικονομία σε τίποτα.
Ούτε στα φιλιά. Ούτε στις νύχτες. Ούτε στα «μείνε».
Και κυρίως όχι στον χρόνο.
Γιατί μπορεί να σε συνάντησα αργά.
Αλλά σκοπεύω να σε αγαπήσω σαν να μας χρωστάει η ζωή όλα τα χρόνια που δεν γνωριζόμασταν.
