Γράφει η Κική Γ.
Ναι, η ζωή σου χάρισε αυτό που ποθούσες. Οι ομορφότερες μέρες. Ήταν σαν να ζεις στον Παράδεισο. Ήσουν σε άλλη διάσταση. Δεν ήξερες τι θα πει πεινάω, διψάω, νυστάζω.
Τα επισκίαζε όλα εκείνος.
Περνούσαν οι ώρες, οι μέρες, μαγικά. Το χαμόγελο είχε εδραιωθεί στα χείλη και κάθε Ανατολή είχε δύναμη, χαρά, ευτυχία. Η Δύση ήταν μια ιεροτελεστία χαζεύοντας την από εκείνο το ειδυλλιακό, καταπληκτικό σημείο. Ήταν όλο το πακέτο απρόσμενα τέλειο. Ήταν από τις περιπτώσεις που οι μπαταρίες γεμίζουν, γεμίζουν και η ψυχή χορταίνει νέκταρ ζωής, έρωτα, πάθος. Δε σε ένοιαζε τη μέρα είναι, τι μήνας, τι εποχή.
Πάντα φτερούγιζαν πεταλούδες κι εσύ καθρεφτιζόσουν στα καθάρια νερά και οι εποχές δε διαδέχονταν η μια την άλλη. Ήταν μόνο Καλοκαίρι και η αλμύρα στέγνωνε στα ηλιοκαμένα κορμιά.
Ήρθε όμως ο Χειμώνας, ξαφνικά, αναπάντεχα και δεν έφυγε ποτέ. Πάγωσε η ψυχή, πάγωσε ο κόσμος όλος. Όλα ήταν πια παρελθόν και μνήμες τάραζαν συνεχώς την καρδιά. Τώρα δε χτυπούσε από ευτυχία. Πόνος, θλίψη, παράπονο και πολλά ερωτηματικά. Μόνο, γιατί.
Ο χρόνος δε γιατρεύει, ούτε κλείνει πληγές. Δεν μπορείς να ξεχάσεις. Δε σ´ αφήνουν όλα όσα άγγιξες, ένιωσες, έζησες. Δεν είσαι πέτρα, ούτε βράχος. Τα κύματα έρχονται, φεύγουν όπως και οι εικόνες. Έγραψε μέσα σου. Δε γίνεται να ξεχάσεις κάποιον, όταν σου έδωσε τόσα πολλά να θυμάσαι!
