Γράφει η Ευγενία Λαμπράκη
Τα μάτια σου έκλειναν κάθε βράδυ μέσα σε ένα μαξιλάρι βρεγμένο.
Όχι από συγκίνηση, αλλά από πόνο.
Από εκείνον τον σιωπηλό, που δεν κάνει φασαρία μα σε σαπίζει αργά, μέχρι να μη σε γνωρίζεις.
Έκλαψες.
Για έναν άνθρωπο που δεν άξιζε ούτε την καλημέρα σου.
Πόσο μάλλον την αγκαλιά, την ψυχή και τα δάκρυά σου.
Και δεν στο είπε κανείς όταν έπρεπε. Δεν φώναξε κανείς “φύγε”.
Γιατί ήθελες να μείνεις. Γιατί ακόμα πίστευες ότι αυτό που νιώθεις ήταν αγάπη.
Μα η αγάπη δεν σε λυγίζει έτσι. Δεν σε ρουφάει. Δεν σε τιμωρεί.
Ούτε σε κάνει να κλαις κάθε φορά που νιώθεις πως δεν είσαι αρκετή.
Κανείς δεν αξίζει τα δάκρυά σου. Κι αυτός που τ’ αξίζει, δεν θα σου τα ζητήσει ποτέ.
Θα κάνει τα πάντα για να μη τα δει.
Θα τα σκουπίσει πριν καν κυλήσουν.
Μα εσύ έδινες και ξαναέδινες.
Με την ελπίδα πως κάποια στιγμή, κάτι θα αλλάξει.
Ότι ίσως σε δει αλλιώς.
Ότι ίσως γίνει ο άνθρωπος που έχεις ανάγκη.
Μόνο που εκείνος ήξερε μόνο να παίρνει.
Και να σ’ αφήνει.
Να μαζεύεις τα κομμάτια σου με ένα “δεν φταίω εγώ”.
Ένα “είσαι υπερβολική”.
Ένα “έτσι είμαι, πάρ’ το ή άφησέ το”.
Το πήρες. Το κράτησες. Και σε πλήγωσε.
Μα τώρα ξέρεις.
Ο επόμενος, αν δεν σε κάνει να γελάς όταν είσαι στα πατώματα,
αν δεν σου σκουπίσει τα μάτια πριν βραχούν,
αν δεν σε δει όταν κρύβεσαι,
δεν είναι για σένα.
Γιατί η ψυχή σου δεν αντέχει άλλη προδοσία.
