Γράφει ο Πάνος Θεοδώρου
Δεν σου είπα να βιαστείς, δεν σου ζήτησα τίποτα που να σου μοιάζει βάρος. Απλά… λείπεις. Λείπεις από τη θέση σου δίπλα μου, από τον καναπέ που μοιάζει μεγάλος και ψυχρός όταν δεν είσαι εδώ. Λείπεις από την κουβέντα που δεν ξεκινά, γιατί σε χρειάζεται για να έχει νόημα. Και, πάνω απ’ όλα, λείπεις από μένα.
Έχω γυρίσει πρώτος και ησυχία παντού. Οι δείκτες του ρολογιού χτυπούν ρυθμικά, αλλά ο ήχος τους μοιάζει εκκωφαντικός. Κάθε λεπτό που περνάει, βαραίνει σαν πέτρα που την κρατάω σφιχτά και δεν ξέρω πού να την αφήσω. Δεν είναι η ανυπομονησία που με βασανίζει, ούτε ο χρόνος. Είναι η σκέψη πως όπου κι αν είσαι τώρα, δεν είσαι εδώ. Και το εδώ, χωρίς εσένα, δεν υπάρχει.
Ξέρεις, δεν είναι η απουσία σου αυτό που με ενοχλεί. Είναι το κενό που αφήνεις όταν λείπεις. Αυτό το “κάτι” που μένει στο χώρο, σαν τη μυρωδιά σου στο μαξιλάρι, σαν το αποτύπωμα της παλάμης σου που αφήνεις πάνω μου όταν με αγγίζεις.
Κάθε φορά που αργείς, μαθαίνω να σε μετράω. Μετράω τα βήματά σου που δεν ακούγονται στο διάδρομο, τις ανάσες σου που δεν μπερδεύονται με τις δικές μου. Μετράω τις σιωπές και τα μισοτελειωμένα λόγια που θα σου πω μόλις γυρίσεις. Γιατί θα γυρίσεις, έτσι δεν είναι;
Αργείς; Σε ρωτάω πάλι. Όχι για να σε πιέσω, όχι για να σε φέρω πιο γρήγορα κοντά μου. Απλώς γιατί κάθε λεπτό που περνάει είναι ένα λεπτό που σε περιμένω. Και η αναμονή, όταν πρόκειται για εσένα, είναι γλυκιά.
Έχω γυρίσει πρώτος και το σπίτι είναι άδειο. Το κρασί περιμένει στο τραπέζι, οι κουρτίνες κουνιούνται λίγο από τον αέρα, και εγώ… εγώ απλώς μετράω τις στιγμές μέχρι να γυρίσεις και να γεμίσεις ξανά τον κόσμο μου.
