Γράφει η Ναταλία Αργυροπούλου
Στην αρχή ήταν όλα όσα ήθελε. Το άγριο και το ήρεμο μαζί. Το αίνιγμα και η λύση του. Ήταν αυτή που τον έκανε να μετρά τις ώρες μέχρι να τη ξαναδεί, αυτή που έκλεβε τον ύπνο του και έβαζε φωτιά στο μυαλό του.
Κι ύστερα;
Ύστερα έγινε το αναμενόμενο. Εκείνο που πάντα έρχεται όταν ο έρωτας δεν έχει γερά θεμέλια, αλλά στήνεται πάνω σε μια φαντασίωση. Όταν εκείνος δεν έβλεπε ποια πραγματικά ήταν, αλλά αυτό που ήθελε να είναι.
Ξαφνικά, το «σε θέλω» έγινε «με κούρασες».
Όχι επειδή άλλαξε. Όχι επειδή έπαψε να είναι αυτή που γνώρισε. Αλλά επειδή εκείνος ποτέ δεν την είδε πραγματικά. Είδε αυτό που έπλασε το μυαλό του, αυτό που βόλευε την ανάγκη του. Και όταν η πραγματικότητα χτύπησε την πόρτα, όταν άρχισε να βλέπει και τα υπόλοιπα κομμάτια της – αυτά που δεν χώραγαν στο τέλειο σενάριο που είχε γράψει – ξαφνικά όλα έγιναν δύσκολα.
Δεν τον κούρασε. Δεν έγινε λιγότερη, δεν έγινε άλλη. Απλά εκείνος έπαψε να ζει στην ψευδαίσθηση και μπήκε στην αλήθεια.
Γιατί, βλέπεις, η εξιδανίκευση είναι το πιο επικίνδυνο ναρκωτικό. Σε κάνει να βλέπεις το τέλειο εκεί που δεν υπάρχει, να αγνοείς τα προφανή, να φτιάχνεις μια εικόνα που αργά ή γρήγορα θα σπάσει στα χέρια σου. Και όταν συμβεί αυτό, δεν ξέρεις πώς να το διαχειριστείς. Δεν ξέρεις πώς να αγαπήσεις κάτι αληθινό, κάτι ατελές, κάτι ανθρώπινο.
Αλλά εκείνη δεν γεννήθηκε για να είναι το όνειρο κανενός. Δεν γεννήθηκε για να ταιριάξει σε καλούπια και να βολευτεί σε προσδοκίες που δεν ζήτησε.
Αν την ήθελε, έπρεπε να τη θέλει για αυτό που ήταν.
Να τη θέλει και στις σιωπές της, όχι μόνο στις έντονες στιγμές. Να τη θέλει όταν γελάει δυνατά, αλλά και όταν βουλιάζει στις σκέψεις της. Να τη θέλει όταν καίει, αλλά και όταν σβήνει.
Αλλιώς, δεν έπρεπε καν να μπει στον κόπο.
Γιατί εκείνη δεν ήταν μια προσωρινή εμμονή, ούτε μια τέλεια εικόνα στο μυαλό του.
Ήταν άνθρωπος. Και δεν είχε ανάγκη να την εξιδανικεύσουν.
Είχε ανάγκη να την αντέξουν.
