Γράφει η Γεωργία Ντούνη
Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν από τη ζωή μας χωρίς πραγματικά να φεύγουν ποτέ. Όχι γιατί συνεχίζουμε να τους αγαπάμε με τον ίδιο τρόπο, αλλά γιατί μαζί τους αφήσαμε πίσω μια εκδοχή του εαυτού μας που δεν καταφέραμε να ξαναβρούμε.
Κάποιες φορές δε μας λείπει το πρόσωπο. Μας λείπει το πώς γελούσαμε δίπλα του. Η ανεμελιά που είχαμε όταν χτυπούσε το κινητό και ξέραμε ότι είναι εκείνοι. Η σιγουριά πως κάποιος γνωρίζει τις πιο αδέξιες, πιο ευάλωτες πλευρές μας και παρ’ όλα αυτά μένει.
Υπάρχουν έρωτες που δεν τελειώνουν επειδή σταματά η αγάπη. Τελειώνουν επειδή οι άνθρωποι αλλάζουν ρυθμούς, φόβους, προτεραιότητες. Κι όμως, χρόνια μετά, ένα τραγούδι, μια μυρωδιά ή ένας δρόμος τη νύχτα μπορούν να σε γυρίσουν πίσω σε εκείνη την εκδοχή σου που πίστευε περισσότερο, γελούσε πιο εύκολα και αγαπούσε χωρίς δεύτερες σκέψεις.
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι κάθε αποχωρισμού. Δε θρηνείς μόνο τον άνθρωπο που έφυγε. Θρηνείς κι εκείνον που ήσουν όταν αγαπιόσουν από αυτόν.
Γιατί ο έρωτας έχει έναν παράξενο τρόπο να φωτίζει σημεία του εαυτού μας που ούτε εμείς γνωρίζαμε. Σε κάνει πιο τολμηρό, πιο τρυφερό, πιο ζωντανό. Και όταν τελειώνει, δεν παίρνει μαζί του μόνο τις κοινές στιγμές. Παίρνει και τη βεβαιότητα ότι μπορείς να υπάρξεις τόσο ανοιχτά απέναντι σε κάποιον.
Μετά προσπαθείς να συνεχίσεις. Μαθαίνεις να ζεις χωρίς τα μηνύματα, χωρίς τις συνήθειες, χωρίς εκείνη τη γνώριμη παρουσία. Και πραγματικά όταν έχει έρθει το τέλος, δεν είναι τόσο δύσκολο όσο πιστεύεις. Αλλά υπάρχουν βράδια που καταλαβαίνεις πως αυτό που πραγματικά αναζητάς δεν είναι να επιστρέψει ο άνθρωπος. Είναι να επιστρέψει το συναίσθημα. Η εκδοχή σου που ένιωθε αρκετή. Επιθυμητή. Ήρεμη. Έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο.
Και ίσως η ωριμότητα να κρύβεται ακριβώς εκεί: στο να αποδεχτείς πως κάποιοι άνθρωποι δεν προορίζονταν να μείνουν για πάντα, αλλά ήρθαν για να σου συστήσουν μια πλευρά σου που αξίζει να κρατήσεις, ακόμη κι όταν εκείνοι φύγουν.
