Γράφει ο Ανώνυμος
Ένα δειλινό ήσουν..
Ένα δειλινό άλλοτε λαμπρό κατακόκκινο, και άλλοτε βαθύ μαύρο, σκοτεινό. Κι εγώ σε δεχόμουν κάθε φορά σαν ουρανός. Αδιαμαρτύρητα. Σ’ αγκάλιαζα να κρύψω όλη σου τη λαμπρότητα ή τη σκοτεινιά σου. Κάθε απόγευμα ετοιμαζόμουν, κάθε που ερχόταν η ώρα σου. Να γίνω ένα μαζί σου, να μπλέξω το γαλάζιο μου με τα άπειρα χρώματά σου. Και η ομορφιά της ένωσής μας ήταν υπερθέαμα. Τα κεφάλια όλων γυρνούσαν σε κάθε μας απόχρωση. Ήμασταν το φόντο των ερωτευμένων, των χαρούμενων, των λυπημένων.
Ώσπου σύννεφα σκέπασαν το θέαμά μας. Γκρίζα στην αρχή. Ίσα που έκρυβαν την ομορφιά μας. Πύκνωναν όμως μέρα με τη μέρα. Όλο και πιο μαύρα. Μέχρι που πια δε φαινόταν ίχνος απ’ την κάποτε σχεδόν ψεύτικη ομορφιά μας.
Έπεσα.
Από ουρανός ξανάγινα άνθρωπος. Απλός σαν όλους τους άλλους.
Σήκωνα το κεφάλι κι έψαχνα ψηλά.
Ώσπου κατάλαβα ότι έπρεπε να αλλάξω ουρανό. Να φύγω. Να βρω έναν ουρανό διαφορετικό να γίνω μέρος του.
Περπάτησα. Περιπλανήθηκα χρόνια. Τραβούσα τα βήματά μου αργά. Με σκυμμένο το κεφάλι. Δίσταζα να κοιτάξω ψηλά.
Ώσπου έφτασα στην κορυφή του κόσμου.
Ώσπου έφτασα στην άκρη.. στο τέλος.. κι εκεί είδα έναν άλλο
