Γράφει η Στέλλα Γρηγοροπούλου
Τώρα είσαστε εντάξει;
Νιώθετε πως τα καταφέρατε;
Εντάξει γίναμε λιγότεροι και φτωχότεροι. Ναι, τα παιδιά μας, όσα έχουν απομείνει ή μάλλον όσα μας αφήσατε, θα μεγαλώσουν σε έναν όμορφο, μαύρο, δικό σας κόσμο.
Άρα, τα καταφέρατε…
Όλοι φταίμε, όλοι μας. Λιγότερο ή περισσότερο δεν έχει σημασία εδώ που φτάσαμε.
Ποια μάνα άφησε τα βουβά δάκρυα της μέσα στην μαύρη εκείνη θάλασσα, σφίγγοντας τα χείλη της για να πνίξει τον πόνο της;
“Μα η θάλασσα, μαμά, είναι γαλάζια”.
“Και πάντα θα είναι γαλάζια, γιατί έτσι έχουμε μάθει, να βάζουμε μόνοι μας τα χρώματα στη ζωή μας και ας προσπαθούν να μας τα αλλάξουν”.
Ποια θάλασσα θα μπορέσει να πάρει μακριά όλες εκείνες τις φωνές που φώναζαν “βοήθεια”; Ποια θάλασσα θα κρατήσει όλα εκείνα τα βουβά πια σώματα, που προσπάθησαν να ξεφύγουν από τα ορμητικά κύματά της, ορμόμενα από τις κόκκινες γλώσσες της φωτιάς;
Ποιο παιδί που έχασε τη μάνα του θα κοιτάξει ξανά τον κόσμο όπως τότε που όλος ο κόσμος ήταν η αγκαλιά της; Εσείς; Εμείς; Πως και τι θα απαντήσουμε όταν μας ρωτήσουν;
Μα είμαι τρελή και απλά ρωτάω για να μάθω τι! Σε έναν κόσμο που προσπαθούμε να χτίσουμε με αξίες και ιδανικά και όλο μας τον γκρεμίζουν. Μα εμείς θα προσπαθούμε ξανά και ξανά, γιατί έχουμε υποχρέωση σε εκείνα εκεί τα παιδιά, που εμείς διαλέξαμε να φέρουμε στον κόσμο.
Αχ, ουρανέ μου, ρίξε μια καταιγίδα να τα ξεπλύνεις όλα, να τους ξεπλύνεις όλους. Να τα κάνεις όλα όπως παλιά. Να μπεις μέσα τους και να τους φτιάξεις πάλι τις ψυχές τους να μοιάζουν με ουράνιο τόξο και να πάρεις τη μαυρίλα μακριά. Να μην ξαναδούμε τέτοια καταστροφή και να μην νιώσουμε ποτέ ξανά τέτοιο πόνο.
Άντε γεια μαύρε κόσμε!
Φτάνει, φτάνει πια. Νιώσαμε, μάθαμε, όχι άλλο.
Όχι!
