Γράφει η Ιωάννα Ανδριανού
Κάποτε φοβόταν πολύ μην της φύγουν άνθρωποι. Γι’ αυτό έκανε εκπτώσεις εκεί που δεν έπρεπε, κατάπινε κουβέντες που την έπνιγαν και έδινε ακόμα μία ευκαιρία, λες και οι προηγούμενες δεκαπέντε ήταν απλώς πρόβα. Έβρισκε δικαιολογίες για συμπεριφορές που, αν τις ζούσε μια φίλη της, θα της έλεγε να φύγει χθες. Αλλά όταν αφορούσε την ίδια, ξαφνικά όλα γίνονταν περίπλοκα.
Έμενε. Προσπαθούσε. Καταλάβαινε. Περίμενε.
Και κάθε φορά που κάποιος απομακρυνόταν, αναρωτιόταν τι έκανε λάθος. Σπάνια αναρωτιόταν τι έκανε λάθος εκείνος.
Μέχρι που κουράστηκε.
Όχι από τους ανθρώπους. Από τον εαυτό της όταν ήταν μαζί τους.
Κουράστηκε να μετράει τις λέξεις της για να μη δυσαρεστήσει. Να κάνει πως δεν την πείραξε για να μη γίνει «υπερβολική». Να χαμηλώνει απαιτήσεις για να χωρέσουν άνθρωποι που πρόσφεραν ψίχουλα και περίμεναν χειροκρότημα.
Κάπου εκεί άλλαξε.
Τώρα, αν θέλεις να φύγεις, φεύγεις.
Δεν θα κλείσει την πόρτα πίσω σου με θυμό. Αλλά δεν θα την κρατήσει ούτε ανοιχτή μήπως αλλάξεις γνώμη.
Δεν έγινε αναίσθητη. Ούτε έπαψε να δένεται. Απλώς κατάλαβε ότι η απώλεια δεν είναι πάντα εκείνος που φεύγει. Μερικές φορές η πραγματική απώλεια είναι εκείνη που συμβαίνει όσο κάποιος μένει. Όταν για να τον κρατήσεις αρχίζεις να χάνεις λίγο λίγο εσένα.
Κι αυτό δεν το διαπραγματεύεται πια.
Θα αγαπήσει. Θα δώσει. Θα προσπαθήσει. Αλλά δεν θα παρακαλέσει κανέναν να αναγνωρίσει τη θέση που του πρόσφερε στη ζωή της.
Η παλιά της εκδοχή έτρεμε στην ιδέα ότι κάποιος μπορεί να φύγει.
Η σημερινή ξέρει κάτι που της κόστισε ακριβά να μάθει.
Όποιος θέλει να φύγει, ας φύγει.
Γιατί πλέον δεν φοβάται τις άδειες καρέκλες.
Φοβάται μόνο να γεμίσει ξανά μία με τον λάθος άνθρωπο.
