Γράφει ο Χάρης Αναστασίου
Το πιο ακριβό πράγμα που αγόρασα ποτέ δεν ήταν σπίτι, αυτοκίνητο ή κάποιο ταξίδι που πλήρωσα σε δόσεις.
Ήταν ο χρόνος που χάρισα σε ανθρώπους που δεν είχαν σκοπό να μείνουν.
Κι ας μην το κατάλαβα αμέσως.
Στην αρχή δεν μοιάζει με κόστος. Μοιάζει με ενδιαφέρον. Με καλή πρόθεση. Με το «εντάξει, περνάει μια δύσκολη φάση». Με το «ας του δώσω λίγο ακόμα χρόνο». Με εκείνο το «δεν είναι άνθρωπος των πολλών λόγων» που λες για να κάνεις τη σιωπή του άλλου να ακούγεται πιο ευγενική.
Έτσι φεύγουν τα χρόνια.
Όχι απότομα. Δεν έρχεται κάποιος να σου πάρει τις μέρες από το χέρι. Τις δίνεις μόνος σου, μία μία. Με αναμονές, με δεύτερες ευκαιρίες, με κουβέντες που δεν έγιναν ποτέ, με σχέδια που έμειναν στο «κάποια στιγμή».
Και το πιο ύπουλο είναι ότι δεν περιμένεις πάντα από έρωτα.
Περιμένεις από φίλους που σε θυμούνται όταν έχουν ανάγκη. Από συνεργάτες που σε θέλουν διαθέσιμο, αλλά όχι ισότιμο. Από συγγενείς που σου μιλούν μόνο όταν πρέπει να αναλάβεις κάτι που κανείς άλλος δεν θέλει.
Περιμένεις να αλλάξουν. Να εκτιμήσουν. Να καταλάβουν.
Μόνο που οι άνθρωποι που δεν έχουν σκοπό να μείνουν, σπάνια φεύγουν με θόρυβο. Κάθονται όσο τους εξυπηρετεί. Κι όταν τελειώσει αυτό που έπαιρναν από εσένα, αφήνουν πίσω τους εκείνη τη φράση που σε τρελαίνει.
«Μα δεν σου ζήτησα ποτέ τίποτα».
Κι όμως, σου ζήτησαν.
Σου ζήτησαν χρόνο.
Το μόνο πράγμα που, όταν το δώσεις, δεν επιστρέφεται ούτε με συγγνώμη, ούτε με εξηγήσεις, ούτε με ένα μήνυμα χρόνια μετά.
Γι’ αυτό πια δεν μετράω ποιος με θέλει κοντά του.
Μετράω ποιος είναι εδώ όταν δεν έχει τίποτα να κερδίσει.
Γιατί ο χρόνος δεν είναι δώρο για να τον σκορπάς.
Είναι η ζωή σου σε ώρες.
