Γράφει ο Κωνσταντίνος Καρύδης
Σε είδα έτσι, μέσα στο φως.
Όχι σαν φωτογραφία. Σαν αποκάλυψη.
Σαν να σταμάτησε ο κόσμος για μια στιγμή μόνο και μόνο για να χαμογελάσεις εσύ.
Κι εγώ, εκεί. Να σε κοιτάω σαν να σε βλέπω πρώτη φορά, παρόλο που σε κουβαλάω μέσα μου χρόνια τώρα.
Το φως έπεφτε πάνω σου με τέτοια μανία, που για λίγο νόμιζα πως σε διεκδικούσε απ’ τον κόσμο. Πως σε ήθελε πίσω, όπως ζητάει ο ουρανός τα αστέρια του όταν έχουν μείνει πολύ στη γη.
Δεν ξέρω τι με τύφλωσε πιο πολύ εκείνη τη στιγμή. Ο ήλιος ή η ύπαρξή σου;
Ένα λουλούδι στα μαλλιά, ένα μισό χαμόγελο και μάτια που κοιτούσαν αλλού, μα είχαν δει τα πάντα. Μάτια που, όσο κι αν γελούσες, πάντα έκρυβαν κάτι πιο βαθύ. Κάτι που με τρόμαζε και με έσωζε ταυτόχρονα.
Αν μπορούσα να κρατήσω μόνο μια εικόνα από εσένα, θα ήταν αυτή.
Όχι στημένη, όχι «τέλεια».
Αληθινή.
Σαν εκείνο το φως που πέφτει απρόσκλητο και λούζει μόνο ό,τι αξίζει.
Κάποτε σου είπα ότι μοιάζεις με καλοκαίρι.
Ήμουν λάθος.
Το καλοκαίρι μοιάζει μαζί σου.
Γιατί όσο πιο πολύ πλησιάζεις, τόσο πιο πολύ καίει.
Κι αν χαθείς, αφήνει πάντα πίσω του εκείνη τη γλυκιά αίσθηση ότι έζησες κάτι μεγάλο. Κάτι που δεν θα ξεχαστεί.
Εσύ είσαι το φως που δεν αντέχεται.
Και σε ευχαριστώ που με τύφλωσες.
