Γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος
Πάνω στα σύρματα ενός τετραδίου που γράφει το όνομά μας ξαποσταίνουν οι στιγμές. Κελαηδούν σκοπούς που έμαθαν στα μέρη που περπατήσαμε όλα αυτά τα χρόνια…
Μας χαιρετούσαν από ψηλά όταν μας αντίκριζαν, θυμάσαι;
Ή μήπως ήμασταν από αυτούς που το κεφάλι αδιάφορα στο πάτωμα κρατούσαμε;
Τώρα γέρικες και ανήμπορες να ταξιδέψουν ξανά, αναζητούν να φωλιάσουν στις τελευταίες σελίδες του.
Να γίνουν το απόσταγμα στο μελάνι που στερεύει στις φλέβες μας. Και κάπου εκεί, καθώς μετράμε τα λευκά περιθώρια που απομένουν, θυμόμαστε…
Θυμόμαστε τις φορές που προσπεράσαμε εκείνα τα κελαηδίσματα κάτω από έναν ουρανό όπου το “μετά” έγινε το απέραντο γκρίζο σύννεφο της ευτυχίας μας.
Δειλιάσαμε να αντικρίσουμε τις στιγμές μας, τα «σ’ αγαπώ» που αναβάλαμε να ζήσουμε ποτέ δεν περιμένουν.
Πιστέψαμε πως ο χρόνος μάς χρωστούσε σελίδες και θα τις βρίσκαμε σε κάποιο άλλο τετράδιο που θα εμφανιστεί μπροστά μας κάποια στιγμή…
Μόνο που κανένα άλλο δεν γράφει το όνομά μας.
Και αυτό το “μετά”, που με τόση βεβαιότητα φορτώσαμε τις ζωές μας πάνω του, πέρασε χωρίς να καταλάβουμε το πώς.
Και μας κόστισε το τετράδιο, σε αυτό που γράψαμε με τόση ανυπομονησία την ετικέτα του.
Τελικά καμία στιγμή δεν φεύγει στα αλήθεια, μόνο εμείς.
