Γράφει ο Χρήστος Παναγιωτόπουλος
Λόγια που σφύριζαν ανάμεσα από καλαμιές σαν είδαν την ομορφιά σου κι όταν γύρισες να τα κοιτάξεις, κρύφτηκαν πίσω απ’ τα κοκκινωπά μάγουλα της πρώτης ντροπής που ανέτειλε.
Λίγη σημασία έδωσες και αμέσως σε ακολούθησαν δήθεν αδιάφορα στην αρχή μέχρι ο πάγος της αυγής να εκλείψει, κι ύστερα σε προκάλεσαν να τα γνωρίσεις.
Λόγια που έσταξαν έρωτα σαν η χημεία αντέδρασε με τα αισθήματα σου. Καλοντυμένα με μεταξένιες λέξεις συνόδευαν τα όνειρα σου στους βραδινούς περιπάτους της αγάπης μας. Μεθυσμένα από το άρωμα του κορμιού σου φτώχυναν, τα μάτια σου σαν αντίκριζαν.
Λόγια που στο τέλος έπαψαν να υπάρχουν, έγιναν η ανάσα πάνω στα χείλη σου και χάθηκαν μέσα στην ζωή που μου δίνει η καρδιά σου.
Λόγια που ένωσαν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον για την σωτηρία της ευτυχίας μας .
