Γράφει η Μαρία Αλεξίου
Σιωπούσε και κάποιοι έκαναν το λάθος να πιστέψουν ότι δεν καταλάβαινε. Ότι δεν έβλεπε τις συμπεριφορές που άλλαζαν, τις λέξεις που δεν ταίριαζαν με τις πράξεις, τις μικρές ασέβειες που περνούσαν για αστεία. Νόμιζαν πως επειδή δεν απαντούσε, δεν είχε απάντηση. Επειδή δεν έκανε σκηνή, δεν είχε καταλάβει τι παιζόταν. Μεγάλο λάθος.
Τα έβλεπε όλα. Απλώς δεν είχε πια ανάγκη να σχολιάζει τα πάντα.
Έβλεπε ποιος τη θυμόταν μόνο όταν τη χρειαζόταν. Ποιος άλλαζε τόνο ανάλογα με το ποιος βρισκόταν μπροστά. Ποιος της χαμογελούσε και μετά φρόντιζε να τη μειώσει όσο χρειαζόταν για να αισθανθεί ο ίδιος λίγο ψηλότερος. Έβλεπε τις μισές αλήθειες, τις βολικές δικαιολογίες, εκείνο το ανεπαίσθητο ξεχείλωμα των ορίων της για να δουν μέχρι πού θα τους πάρει.
Και δεν μιλούσε.
Όχι από αδυναμία. Από οικονομία.
Γιατί κάποια στιγμή μια γυναίκα κουράζεται να κάνει παρουσιάσεις PowerPoint για τα αυτονόητα. Δεν εξηγεί ξανά γιατί την ενόχλησε κάτι που θα ενοχλούσε οποιονδήποτε διαθέτει στοιχειώδη αντίληψη. Δεν παρακαλάει για σεβασμό. Δεν εκπαιδεύει ενήλικες στο πώς να της φέρονται.
Παρατηρεί.
Κρατάει σημειώσεις χωρίς χαρτί και αποφασίζει πού αξίζει να ξοδέψει χρόνο, συναίσθημα και παρουσία.
Κι εκεί συνήθως την πατάνε.
Επειδή η σιωπή της μοιάζει με ανοχή. Μέχρι που μια μέρα απομακρύνεται. Χωρίς καβγά, χωρίς τελευταία προειδοποίηση, χωρίς το μεγάλο φινάλε που περίμεναν.
Και τότε αρχίζουν τα «μα τι έγινε;».
Τίποτα δεν έγινε ξαφνικά.
Είχαν γίνει όλα πολύ νωρίτερα.
Απλώς εκείνη τα έβλεπε όσο οι άλλοι ήταν απασχολημένοι να πιστεύουν ότι δεν βλέπει.
Γιατί η σιωπή μιας γυναίκας δεν σημαίνει πάντα ότι δεν έχει κάτι να πει.
Μερικές φορές σημαίνει ότι έχει ακούσει και δει αρκετά ώστε να μη χρειάζεται να πει τίποτα άλλο.
