Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Σε ένα «χαίρω πολύ» ξεκινάνε όλα.
Αθώα, σχεδόν αδιάφορα. Μια σύσταση, μια ματιά που κρατάει μισό δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Εκεί που νομίζεις πως δεν συμβαίνει τίποτα, έχει ήδη αρχίσει κάτι. Κάτι μικρό, ύπουλο, σχεδόν αόρατο. Ένα σκίρτημα που δεν το βαφτίζεις ακόμη. Δεν τολμάς.
Κι ύστερα, κάπως, χωρίς να το καταλάβεις, έρχεται το «μπλέξαμε».
Όχι με τυμπανοκρουσίες. Όχι με δηλώσεις. Έρχεται αθόρυβα, σαν να μπήκε στη ζωή σου χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Κι εκεί καταλαβαίνεις πως δεν ήταν ποτέ απλώς ένα «χαίρω πολύ». Ήταν η αρχή μιας διαδρομής που δεν ρώτησε αν είσαι έτοιμος.
Το «χαίρω πολύ» είναι η πιο επικίνδυνη λέξη.
Γιατί δεν υπόσχεται τίποτα. Δεν σε προειδοποιεί. Δεν σου δίνει χρόνο να οχυρωθείς. Σε βρίσκει απροετοίμαστο, με τα άμυνά σου χαμηλά και την καρδιά σου ανοιχτή. Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, αφήνεις χώρο. Δίνεις χώρο.
Και μετά έρχεται το «μπλέξαμε».
Εκεί που τα πράγματα δεν είναι πια απλά. Εκεί που δεν μπορείς να κάνεις πίσω χωρίς να αφήσεις κάτι από εσένα πίσω. Εκεί που κάθε λέξη έχει βάρος και κάθε σιωπή περισσότερη ένταση απ’ όση αντέχεις. Μπλέξαμε σημαίνει ότι ένιωσες. Σημαίνει ότι επένδυσες. Σημαίνει ότι δεν είσαι πια απ’ έξω.
Δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για το «μπλέξαμε».
Γιατί το «μπλέξαμε» θέλει ευθύνη. Θέλει παρουσία. Θέλει να μείνεις όταν τα πράγματα πάψουν να είναι εύκολα και αρχίσουν να γίνονται αληθινά. Εκεί που δεν φτάνουν τα λόγια, εκεί που πρέπει να σταθείς.
Κι όμως, εκεί κρίνεται όλο το παιχνίδι.
Στο αν το «χαίρω πολύ» ήταν απλώς μια στιγμή ή η αρχή για κάτι που θα αντέξει. Στο αν το «μπλέξαμε» θα γίνει φυγή ή θα γίνει επιλογή.
Γιατί στο τέλος, αυτό είμαστε.
Δύο άνθρωποι που συναντήθηκαν τυχαία και βρέθηκαν να κρατάνε ο ένας τον άλλον χωρίς να ξέρουν πώς. Δύο άνθρωποι που είπαν ένα «χαίρω πολύ» χωρίς σημασία και κατέληξαν να ψάχνουν τρόπο να ξεμπλέξουν… ή να μπλέξουν ακόμα περισσότερο.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην αρχή και την απόφαση, γράφεται όλη η ιστορία.
