Γράφει η Κική Γιοβανοπούλου
Πώς αντικαταστάθηκαν οι στιγμές, οι όρκοι κι υποσχέσεις, από φωνές, πικρά λόγια και δυνατούς καβγάδες; Πώς αντικαταστάθηκαν οι ζεστές αγκαλιές και τα γλυκά φιλιά, από ψυχρά βλέμματα και χτυπήματα στην πόρτα;
Πώς τα φτερουγίσματα στο στήθος, έγιναν σφίξιμο στο στομάχι; Πώς το “σ’ αγαπάω”, έγινε “δεν σ’ αντέχω”; Πώς το “σε χρειάζομαι”, έγινε “φύγε”;
Απ’ τον έρωτα στο τέλος, ένας εγωισμός δρόμος κι εμείς τον βαδίσαμε παράλληλα. Μαζί μα χώρια. Μάχες επικράτησης και ασταμάτητοι αγώνες δρόμου, με αθέμητες επιθέσεις και χτυπήματα κάτω απ’ τη μέση. Για τι; Γιατί;
Γιατί ο ανταγωνισμός σ’ έναν αγώνα που θα έπρεπε να δίνουμε με τα χέρια δεμένα μεταξύ τους; Σ’ έναν αγώνα που θα έπρεπε να έχουμε κοινό προορισμό, την ευτυχία;
Είναι κάτι φιλιά που λυγίζουν γόνατα. Είναι κάτι συναισθήματα που φωτίζουν βλέμματα. Κι απ’ την άλλη είναι και κάτι ψυχρά βλέμματα που κόβουν σαν σπαθιά. Είναι και κάτι λόγια που σαν μαχαίρια στοχεύουν κατευθείαν στην καρδιά.
Πώς ξεχάστηκαν οι στιγμές, οι όρκοι κι οι υποσχέσεις; Πώς ξεχάστηκαν οι αγκαλιές, τα φιλιά και τα “σ’ αγαπώ”; Πώς ξεχάστηκαν ακόμη κι εκείνες οι φωνές και τα πικρά λόγια κι οι δυνατοί καβγάδες;
Ακόμη κι αυτά υπήρχαν για να μας θυμίζουν πως κάτι έχουμε να σώσουμε, για κάτι να παλέψουμε. Μα τέλειωσαν κι αυτά κι ήρθε μια εκκωφαντική σιωπή να γράψει τον επίλογο.
