Γράφει ο Γιώργος Λυμπεράκης
Πάλι σε λάθος λιμάνι έριξες άγκυρα, ψυχή μου.
Και δεν ήταν από άγνοια. Ήταν από κούραση. Από εκείνη την ύπουλη ανάγκη να πιστέψεις πως αυτή τη φορά θα είναι αλλιώς. Πως το νερό είναι ήρεμο, πως τα φώτα δεν τρεμοπαίζουν, πως δεν θα χρειαστεί να φύγεις νύχτα.
Στάθηκες εκεί γιατί σου έμοιαζε ασφαλές. Όχι αληθινό. Ασφαλές. Κι αυτό είναι πάντα το πρώτο λάθος. Γιατί τα λάθος λιμάνια δεν σε προδίδουν με θόρυβο. Σε κρατούν ήσυχα μέχρι να ξεχάσεις ποιος είσαι. Δεν σε διώχνουν. Σε αφήνουν να μαραζώνεις δεμένος.
Το κατάλαβες αργά. Όταν άρχισες να μικραίνεις για να χωρέσεις. Όταν άρχισες να σωπαίνεις για να μη χαλάσεις την ησυχία. Όταν έκανες πίσω για να μη θυμώσεις, για να μη φύγει, για να μη χαθεί. Κι εκεί, χωρίς να το καταλάβεις, χάθηκες εσύ.
Τα λάθος λιμάνια δεν αντέχουν τα βαθιά νερά. Θέλουν πλοία δεμένα, όχι ψυχές ανήσυχες. Θέλουν παρουσίες βολικές, όχι ανθρώπους που αγαπούν με ένταση και μένουν με ευθύνη. Κι εσύ δεν γεννήθηκες για να δένεις κάπου απλώς για να μη νιώθεις μόνος.
Τώρα το ξέρεις. Το σώμα σου στο λέει πρώτο. Βαρύ. Άδειο. Σαν να θέλει θάλασσα κι όχι προβλήτα. Σαν να ζητάει ταξίδι κι όχι στάθμευση.
Σήκωσε άγκυρα, ψυχή μου. Όχι με θυμό. Με καθαρό βλέμμα. Δεν φταις που πίστεψες. Φταις μόνο αν μείνεις. Γιατί υπάρχει κάπου ένα λιμάνι που δεν θα σε φοβηθεί. Που δεν θα σε ζητήσει λιγότερο. Που θα σε χωρέσει ολόκληρο.
Και μέχρι να το βρεις, καλύτερα ανοιχτά. Εκεί τουλάχιστον αναπνέεις.
