Γράφει ο Αλέξανδρος Χωριανούδης
Πάντα ήξερες να βάζεις τον εαυτό σου πρώτο. Όχι εσένα, όχι τα θέλω σου. Τον εγωισμό σου. Τον άφησες να στέκεται μπροστά σου σαν τοίχος, κι εγώ χτυπούσα πάνω του ξανά και ξανά μέχρι που μάτωσα.
Σε κάθε κουβέντα μας, σε κάθε διαφωνία, σε κάθε στιγμή που μπορούσε να είναι η αρχή μιας αλήθειας, διάλεγες τις φωνές, τα ξεσπάσματα, τα σπασμωδικά σου «έτσι είμαι». Δεν ήταν ο χαρακτήρας σου, ήταν η άρνησή σου να δεις παραπέρα. Να παραδεχτείς ότι καμιά φορά έχεις κι εσύ ευθύνη.
Ο εγωισμός σου έμοιαζε με δηλητήριο. Έσταζε αργά, αθόρυβα, κι όμως δηλητηρίαζε ό,τι όμορφο μπορούσε να υπάρχει γύρω σου. Τη δουλειά σου, τα όνειρά σου, τις σχέσεις σου. Κι εμένα. Κι όσο τον τάιζες με σιωπές που πονούσαν και με λόγια που δεν χρειαζόταν να ειπωθούν, τόσο εκείνος μεγάλωνε και σε καταβρόχθιζε.
Δεν έκατσες ποτέ να κάνεις τον απολογισμό σου. Να κοιτάξεις πίσω και να δεις τι χάθηκε στο δρόμο. Ανθρώπους που στάθηκαν, στιγμές που διεκδίκησαν χώρο, έρωτες που θα μπορούσαν να γίνουν αιώνιοι. Όλα τα άφησες να γλιστρήσουν, επειδή δεν άντεχες να πεις μια απλή φράση: «έκανα λάθος».
Ξέρεις τι είναι ο εγωισμός; Μια Λερναία Ύδρα. Κόβεις ένα κεφάλι κι εμφανίζονται δέκα. Και τον έκανες βασιλιά στη ζωή σου. Έμαθες να ζεις μέσα από αυτόν, να κρύβεσαι πίσω του, να τον αφήνεις να μιλάει στη θέση σου. Κι όμως, στο τέλος δεν σε έσωσε. Σου πήρε ό,τι άξιζε να κρατήσεις.
Καλά έκανες, λοιπόν. Αυτή ήταν η επιλογή σου. Αλλά ένα πράγμα δεν σκέφτηκες ποτέ: κάποιοι άνθρωποι περνάνε μόνο μία φορά από τη ζωή μας. Κι όταν φύγουν, δεν γυρίζουν.
Κι εγώ; Εγώ έφυγα. Όχι γιατί σταμάτησα να σε αγαπώ, αλλά γιατί δεν μπορούσα άλλο να πολεμάω έναν αόρατο εχθρό που είχες αγκαλιάσει σαν προέκτασή σου. Ο εγωισμός σου ήταν πάντα πιο δυνατός από την αγάπη μας. Κι όταν φτάνει εκείνη η στιγμή που η ζυγαριά γέρνει, δεν έχει επιστροφή.
Κάποτε ίσως να με θυμηθείς. Ίσως να δεις πως δεν ήμουν απέναντί σου, αλλά δίπλα σου. Μα θα είναι αργά. Γιατί κανείς δεν μένει εκεί που το μόνο που χωράει είναι το «εγώ».
