Γράφει η Αγγελική Καμπέρου
Έβρεξε προχθές βράδυ. Άνοιξα την πόρτα της κουζίνας και τράβηξα δυο γερές τζούρες.
Μύρισε καλοκαίρι.
Μην γελάς.
Μύρισε εκείνη η καλοκαιρινή μπόρα που σκάει από το πουθενά μέσα στον Ιούλιο, μέσα στον καύσωνα και σου δροσίζει την ψυχή.
Μύρισε υγρασία και βρεγμένο γρασίδι.
Μαγεία.
Έβλεπα τις ψιχάλες να πέφτουν από τον ουρανό και σαν να πάγωσε ο χρόνος.
Για λίγο, είδα τον τελευταίο χρόνο της ζωής μου σε στιγμές.
Γέλιο και κλάμα εναλλάσσονταν σε πλήρη αρμονία, έμοιαζε λες και η βροχή αποτελούσε την τέλεια μουσική υπόκρουση.
Πέρασαν από μπροστά μου άνθρωποι που μου λείπουν βαθιά μα δεν θα τους ήθελα πάλι στη ζωή μου, κι άλλοι που στάθηκαν εκεί βράχοι να χτυπάνε πάνω τους τα δάκρυά μου.
Ντύθηκε η νύχτα με ένα δροσερό πέπλο και για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα πως ίσως τελικά όλα να πάνε καλά.
Με γέμισε αισιοδοξία και προσμονή αυτή η βροχή.
Ίσως τελικά για πρώτη φορά μετά από καιρό να είμαι εκεί που έπρεπε να βρίσκομαι, να κάνω εκείνα που έπρεπε να κάνω και τελικά να χάνω όλα όσα έπρεπε να χάσω για να είμαι ελεύθερη να προχωρήσω σε ότι μου αρμόζει.
Λυτρωτική λένε η βροχή, δεν το καταλάβαινα μέχρι προχθές. Όμως, τούτη η βροχή, ξέπλυνε από πάνω μου πολλές στεναχώριες και ενοχές.
Σαν να βίωσα μια κάθαρση θεόσταλτη.
Μύρισε καλοκαίρι προχθές, και πάντα όταν μυρίζει καλοκαίρι, όλα γίνονται λίγο πιο όμορφα.
