Γράφει η Ηρώ Αναστασίου
Και τι έγινε που άκουγα πάντα την καρδιά μου; Ακόμα κι αυτή με πρόδωσε.
Βρέθηκα κάποτε μες στη ζούγκλα και ένιωσα αρχηγός. Με κατασπάραξαν τα θηρία, αλλά βγήκα απτόητη και έφτασα σε μια έρημο. Περπατούσα για μέρες χωρίς νερό, ώσπου έφτασα σε μια όαση. Εκεί συνάντησα έναν άντρα της ερήμου και συνδέθηκα αμέσως μαζί του. Το πεπρωμένο φυγείν αδύνατον…
Βρέθηκα ξαφνικά να παλεύω με τα κύματα και να προσπαθώ να πάω κοντά του. Με ξέβρασε την άλλη μέρα η θάλασσα σε μια παραλία. Ο άντρας που γνώρισα δεν με βρήκε και νόμισε πως τον ξέχασα. Έπρεπε πάλι να περάσω απ’ τη ζούγκλα, για να βγω στο μέρος που έμενα. Παντού αμυχές, ακόμα και την ψυχή μου δαγκώσανε. Αυτά τα θηρία που λέγονται άνθρωποι…
Κι ο άντρας της ερήμου δεν μου ξανά μίλησε ποτέ. Δεν πίστεψε ότι πάλευα με τα κύματα της θύελλάς μου, δεν ήθελε να θυμάται τίποτα από μένα. Ήθελε τη δική του ζωή, χωρίς αναστάτωση. Και δεν με άφησε ποτέ να του εξηγήσω. Να του πω τι ένιωσα όταν τον είδα και τι νιώθω ακόμη.
Ντρέπομαι πλέον που με κοιτάνε. Δεν θέλω να μ’ ακουμπήσει άλλο χέρι, δεν θέλω να τραυματίσουν άλλο την ψυχή μου. Δεν έχω σώμα, μονάχα μια ψυχή να παραδώσω. Κι αυτήν… καλύτερα να την κάψω, παρά στα θεριά να την πετάξω.
