Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Και χάνονται οι άνθρωποι…
Ξυπνάνε ένα πρωί και δεν έχουν κάτι να πουν, πέρα από τα τετριμμένα.
Ίδιες λέξεις, ίδιες φράσεις, ειπωμένα όλα με την ίδια σειρά μην και ταραχτεί η ρουτίνα.
Μην πειράξουμε τα νερά και σηκώσουν κύμα. Μην ταράξουμε το βόλεμα, μην ξυπνήσουμε τις αλήθειες που κοιμούνται με ντεπόν δίπλα στο κομοδίνο.
Και χάνονται οι άνθρωποι…
Βγαίνουν ένα βράδυ και δεν έχουν κάτι να πουν.
Τα νέα της μέρας είναι ήδη παλιά, τα όνειρα είναι ήδη σε παύση και όσα μοιραζόσουν μέχρι τώρα με ένα ποτήρι κρασί και δύο πιάτα στη μέση, δεν έχεις λόγο να τα μοιραστείς.
Τα βλέμματα δεν συναντιούνται. Οι σιωπές δεν χωράνε συνεννόηση, μόνο αμηχανία.
Σαν να είσαι φιλοξενούμενος στο ίδιο σου το σπίτι. Σαν να μιλάς ξένη γλώσσα σε γνώριμο στόμα.
Και χάνονται οι άνθρωποι…
Δεν κοιτιούνται, δεν μιλιούνται, δεν αγγίζονται…
Δεν γελούν με τα ίδια αστεία ή και δεν γελούν καθόλου. Μήτε κλαίνε.
Ξέρεις… για να μοιραστείς τη χαλαρότητα του γέλιου και την ενοχή του κλάματος, πρέπει ο άλλος να είναι πολύ δικός σου άνθρωπος.
Βλέπεις στο γέλιο, δεν έχεις άμυνες. Αφήνεσαι. Παραδίνεσαι. Γελάς δυνατά, γελάς βουβά, δεν έχει σημασία.
Αρκεί να είναι εκεί κάποιος να το δει. Να το μοιραστεί. Να το νιώσει.
Και το κλάμα;
Το κλάμα καθαρίζει την ψυχή. Και στο τέλος του, εκείνη τη ματιά που θα ρίξεις στον άνθρωπο που στέκεται πλάι σου…
αν είναι εκεί, αν έμεινε, τότε είναι δικός σου.
Και χάνονται οι άνθρωποι…
Δεν ξέ-αγαπιούνται. Απλά χάνονται. Δεν παύουν να νοιάζονται. Απλά δεν αντέχουν τη συνύπαρξη χωρίς συναισθηματικό παλμό.
Χάνονται όταν δεν ονειρεύονται τίποτα για αύριο… απλά αναπολούν εκείνα τα «θυμάσαι τότε που…».
Να τους αφήνεις τους ανθρώπους να χάνονται.
Να κλείνεις τους κύκλους όταν δεν έχεις κάτι να πεις. Όταν δεν έχεις λόγο να γελάσεις παρέα τους. Όταν φεύγεις μακριά τους για να κλάψεις.
Να τους αφήνεις τους ανθρώπους να χάνονται…
Γιατί δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να γίνεις – από την πρώτη καλημέρα ως την τελευταία καληνύχτα – μια απλή σημείωση στο ημερολόγιό τους:
«Μην ξεχάσω να…»
