Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Το σκοινί που τραβάς μπορεί να σπάσει. Μπορεί να κοπεί. Ή μπορεί απλά ο άλλος να το αφήσει και να βρεθείς στο κενό.
Και το χειρότερο; Δεν το καταλαβαίνεις μέχρι να συμβεί.
Όσο κρατάς το σκοινί, νομίζεις ότι έχεις έλεγχο. Νομίζεις ότι φτάνει η δική σου δύναμη, η δική σου πίστη, για να κρατηθεί όρθιο το «μαζί». Μα η άλλη άκρη δεν είναι δική σου. Είναι στα χέρια κάποιου άλλου. Και μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να τα ανοίξει.
Καμιά φορά το σκοινί φθείρεται σιγά-σιγά. Από σιωπές που δεν λύθηκαν, από κουβέντες που δεν ειπώθηκαν, από πληγές που δεν γιατρεύτηκαν ποτέ. Άλλες φορές κόβεται απότομα, σαν μαχαίρι στον αέρα. Μια προδοσία, μια αλήθεια που έσκασε, ένα «δεν μπορώ άλλο». Και υπάρχουν κι εκείνες οι φορές που απλώς το αφήνουν. Χωρίς δράμα, χωρίς φωνές. Σαν να μην άξιζε ποτέ το κράτημα.
Κι εσύ; Εσύ μένεις με τα χέρια καμένα, να αναρωτιέσαι τι έφταιξε. Να κοιτάς το σκοινί και να σκέφτεσαι αν θα μπορούσες να το κρατήσεις λίγο πιο σφιχτά. Μα η αλήθεια είναι πως δεν έφταιγες. Δεν έφταιγε η δύναμή σου. Έφταιγε που πάλευες μόνος.
Κανένα σκοινί δεν είναι για πάντα. Και καμία σχέση δεν στέκεται αν κρατάει μόνο ο ένας. Η δύναμη δεν είναι να σφίγγεις μέχρι να ματώσεις. Η δύναμη είναι να ξέρεις πότε να αφήσεις κι εσύ.
Γιατί να το κρατάς με το ζόρι όταν ο άλλος έχει φύγει ήδη; Αυτό δεν είναι αγάπη. Αυτό είναι φυλακή.
Καλύτερα να πέσεις στο κενό και να βρεις ξανά τoν εαυτό σου, παρά να μείνεις δεμένος σε ένα σκοινί που σε πνίγει.
