Γράφει η Αλεξάνδρα Φαρμάκη
Μην εξηγείς τίποτα σε εκείνους που πίστεψαν ό,τι άκουσαν για σένα και δεν σε ρώτησαν ποτέ τη δική σου μεριά.
Δεν τους ενδιέφερε στ’ αλήθεια η αλήθεια σου.
Ήταν ήδη πεπεισμένοι να πιστέψουν ό,τι τους βόλευε. Το παραμύθι το είχαν έτοιμο. Χρειαζόταν απλώς έναν «κακό» για να το ολοκληρώσουν.
Ξέρεις ποιο είναι το πιο τραγικό; Δεν πρόκειται για αγνώστους.
Οι πιο πρόθυμοι να σε δικάσουν, είναι σχεδόν πάντα εκείνοι που κάποτε σου χαμογέλασαν.
Εκείνοι που ήπιαν νερό στο όνομά σου.
Εκείνοι που χρησιμοποίησαν την “αλήθεια” ως όπλο για να χωθούν σε ιστορίες που δεν τους αφορούσαν.
Και κάπου εκεί εσύ, έτοιμος να αποδείξεις, να εξηγήσεις, να σώσεις την εικόνα σου.
Μη το κάνεις.
Μην εξαντλείς το οξυγόνο σου για ανθρώπους που είχαν ήδη αποφασίσει ποιος είσαι.
Που είχαν ακούσει, μα δεν θέλησαν να μάθουν.
Που προτίμησαν να πιστέψουν ψέματα που τους εξυπηρετούσαν, αντί να κοιτάξουν μια φορά τα μάτια σου και να πουν: “Εσένα ξέρω. Δεν γίνεται να είναι έτσι.”
Αν δεν σε ρώτησαν, είναι γιατί δεν ήθελαν ν’ ακούσουν.
Κράτα τη φωνή σου για εκείνους που τη σέβονται.
Για τους ανθρώπους που πριν βγάλουν συμπέρασμα, θα έρθουν σε σένα.
Θα πουν «μίλα μου».
Θα πουν «θέλω να σε ακούσω».
Οι άλλοι… άσ’ τους.
Δεν τους χρωστάς εξηγήσεις, ούτε δικαιολογίες.
Τους χρωστάς μόνο σιωπή.
Γιατί όποιος θέλει να σε καταλάβει, θα σου κάνει χώρο.
Κι όποιος θέλει να σε κατηγορήσει, θα το κάνει έτσι κι αλλιώς.
Μην του δώσεις εσύ τα λόγια.
Δεν είσαι το αφήγημά τους.
Είσαι ολόκληρη ιστορία που γράφτηκε με δάκρυ, πόνο, φως και πείσμα.
Όποιος δεν έχει διαβάσει ούτε την πρώτη σελίδα, δεν έχει λόγο να μιλήσει για το τέλος.
