Γράφει η Δώρα Βλαχοπούλου.
Και είναι και αυτές οι στιγμές που με κοιτάς στα μάτια και με ρωτάς γιατί; Γιατί σε επέλεξα;
Και τα μάτια μου γεμίζουν δάκρυα και η ψυχή μου μία παράξενη ζεστασιά. Και δημιουργείται ένας κόμπος στο λαιμό μου, που δε με αφήνει να σου πω όλα όσα σκέφτομαι.
Γιατί σε αγάπησα, λοιπόν;
Σε αγάπησα, γιατί με αγάπησες όταν δεν μπορούσα εγώ η ίδια να με αγαπήσω. Γιατί όλα εκείνα τα τραγούδια που σιγοψιθύριζα από μικρή, βρήκαν πλέον νόημα. Εθίστηκα στα μάτια σου και στο χαμόγελό σου. Στον τρόπο με τον οποίο με έκανες να αισθάνομαι. Γιατί εκεί που νόμιζα πως δε μπορώ, μου έμαθες να χτίζω πύργους με τις πέτρες, που μου είχαν πετάξει όλοι οι άλλοι.
Γιατί είχα γίνει χίλια κομμάτια μέχρι να έρθεις και μέσα σε μία στιγμή τα συναρμολόγησες όλα σαν παζλ. Με πήρες από το χέρι και μου είπες «πάμε όπου θες..», λες και κάθε μέρα ήταν Κυριακή. Μεγάλωσα, πλέον, και το ταξίδι μου το θέλω μόνο με εκείνους που σιγοτραγουδάνε τον ίδιο σκοπό, κι ας είμαστε φάλτσοι.
Σε αγαπώ γιατί τα μάτια σου είναι απέραντα, σαν τη θάλασσα. Λίγο μελαγχολικά, σαν κάτι να ζητούν. Και η ψυχή σου βαθιά, μα τόσο διάφανη συγχρόνως.
Μοιάζεις τόσο με τη θάλασσα. Και πνίγηκαν τόσοι σε αυτή. Μα αλίμονο αν κόψουμε τις βουτιές, γιατί πνίγηκαν δυο τρεις…
