Γράφει η Σοφία Παπαηλιάδου
Μάθαμε να κρύβουμε πίσω από στρογγυλεμένες λεξούλες συναισθήματα που κόβουν. Να λειαίνουμε αλήθειες για να μη γδάρουν. Να βάζουμε φίλτρα στις ανάγκες μας, χαμόγελα πάνω από θυμούς, «δεν πειράζει» εκεί που μέσα μας ούρλιαζε ένα «με πείραξε πολύ».
Μάθαμε να γινόμαστε βολικοί.
Να μη ζητάμε πολλά. Να μη φαινόμαστε υπερβολικοί. Να μη γινόμαστε βάρος.
Κι έτσι αρχίσαμε να μικραίνουμε τον εαυτό μας για να χωράει σε ανθρώπους που δεν είχαν χώρο.
Φτιάξαμε ατελείωτες σιωπές.
Σιωπές που δεν ήταν γαλήνη. Ήταν αναβολή. Ήταν παράταση σε πράγματα που ήδη είχαν χαλάσει.
Γιατί κάπου πιστέψαμε πως αν δεν πεις κάτι, ίσως να μην υπάρχει. Πως αν καταπιείς άλλη μία πίκρα, άλλη μία ενόχληση, άλλη μία απογοήτευση, θα περάσει.
Δεν περνάει.
Κάθε ανείπωτη ανάγκη κάθεται μέσα σου σαν πέτρα στον πάτο ενός ποτηριού. Δεν τη βλέπεις πάντα.
Αλλά αλλάζει τη γεύση σε όλα.
Κι οι προσδοκίες…
Αυτές οι επικίνδυνες μικρές κατασκευές που χτίζουμε αθόρυβα μέσα μας.
«Να θυμηθεί».
«Να καταλάβει».
«Να το δει μόνος του».
«Να νιώσει όσα νιώθω».
Και μετά έρχεται η πραγματικότητα.
Με τα βρώμικα παπούτσια της.
Πατάει πάνω τους χωρίς καν να το καταλάβει.
Κι αρχίζουν οι απογοητεύσεις.
Όχι γιατί οι άνθρωποι είναι πάντα κακοί.
Αλλά γιατί κανείς δεν μπορεί να διαβάσει λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Κανείς δεν μπορεί να διορθώσει μια πληγή που δεν είδε.
Και κάποια στιγμή κουράζεσαι.
Δεν κουράζεσαι από τους άλλους.
Κουράζεσαι από εσένα.
Από εκείνη τη μόνιμη συνήθεια να προδίδεις αυτό που νιώθεις για να μη χαλάσεις την εικόνα, τη στιγμή, την ισορροπία.
Μέχρι που μια μέρα καταλαβαίνεις κάτι σκληρό.
Οι άνθρωποι δεν χάνονται πάντα από έλλειψη αγάπης.
Μερικές φορές χάνονται από υπερβολική σιωπή.
