Γράφει η Αστέρω
Υπάρχουν μέρες που μια γυναίκα κοιτάζει τον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζει το πρόσωπό της. Τα μάτια βαριά, τα χείλη άχρωμα, η ψυχή κουρασμένη από μάχες που κανείς δεν είδε. Και τότε, σχεδόν τελετουργικά, ανοίγει ένα μικρό νεσεσέρ πιάνει το κόκκινο κραγιόν και το περνά αργά πάνω στα χείλη της. Όχι για να εντυπωσιάσει. Όχι για κάποιον άλλον. Αλλά για να θυμίσει πρώτα στον εαυτό της πως είναι ακόμη εδώ.
Το κόκκινο κραγιόν δεν είναι απλώς ένα καλλυντικό. Είναι στάση. Είναι άμυνα. Είναι η λεπτή γραμμή ανάμεσα στο «λύγισα» και στο «συνεχίζω». Υπάρχουν γυναίκες που το φορούν όταν είναι διαλυμένες, γιατί ξέρουν ότι καμιά φορά η δύναμη δεν γεννιέται από μέσα προς τα έξω, αλλά χτίζεται απ’ έξω προς τα μέσα. Από μια κίνηση. Από μια εικόνα. Από μια απόφαση να σταθούν όρθιες, ακόμη κι όταν μέσα τους όλα γκρεμίζονται.
Και υπάρχουν κι εκείνες οι άλλες στιγμές. Όταν το κόκκινο κραγιόν γίνεται φωτιά. Όταν το φορά για να μπει σε ένα δωμάτιο και να θυμίσει σε όλους πως δε φοβάται να φανεί. Πως δε ζητά άδεια για να είναι αισθητή, δυνατή, επιθυμητή, παρούσα. Είναι το χρώμα της γυναίκας που αγάπησε βαθιά, πληγώθηκε βαθιά και παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να πιστεύει στον εαυτό της.
Το κόκκινο κραγιόν φοριέται μετά από χωρισμούς. Μετά από προδοσίες. Μετά από νύχτες που κύλησαν με δάκρυα και μουσική χαμηλά στο σκοτάδι. Φοριέται πριν από σημαντικά ραντεβού, πριν από μεγάλες αποφάσεις, πριν από καινούριες αρχές. Είναι σαν πανοπλία με χρώμα. Σαν μια μικρή υπόσχεση πως ό,τι κι αν συνέβη η γυναίκα που το φορά δεν έχει τελειώσει ακόμα.
Γιατί τελικά το κόκκινο κραγιόν δε λέει «κοίτα με». Λέει «με θυμήθηκα». Θυμήθηκε τη θηλυκότητά της, τη δύναμή της, τη φλόγα που μπορεί να χαμήλωσε αλλά δεν έσβησε ποτέ.
Και ίσως αυτή να είναι η πραγματική του μαγεία. Δεν αλλάζει το πρόσωπο μιας γυναίκας. Αλλάζει τον τρόπο που στέκεται μέσα στον κόσμο. Με το κεφάλι λίγο πιο ψηλά. Με το βλέμμα λίγο πιο σταθερό. Με εκείνη τη σιωπηλή αυτοπεποίθηση που δε χρειάζεται εξηγήσεις.
Γιατί μερικές φορές, η επανάσταση ξεκινά από δύο κατακόκκινα χείλη.
