Γράφει η Εύα Καρρά
Δεν αγαπούν οι άνθρωποι μόνο όταν αγαπιούνται. Αυτό είναι ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνεις, αλλά από τα τελευταία που δέχεσαι. Το αμοιβαίο είναι ο στόχος, όχι ο κανόνας. Και κάπου ανάμεσα σε αυτό που νιώθεις και σε αυτό που σου επιστρέφεται, αρχίζει η φθορά.
Το ήξερα. Όχι από σημάδια μεγάλα, αλλά από μικρές απουσίες. Από βλέμματα που δεν έμεναν. Από αγγίγματα που δεν είχαν βάθος. Από εκείνη τη λεπτή απόσταση που δεν γεφυρώνεται με υπομονή. Τα δικά μου θέλω περπατούσαν προς εσένα. Τα δικά σου έμεναν ακίνητα. Κι εγώ έκανα πως δεν το έβλεπα.
Δεν περίμενα να αλλάξεις. Περίμενα να κουραστείς να κρατιέσαι. Να αφεθείς. Να φτάσεις κάποτε στο σημείο που θα με κοιτάξεις όπως σε κοιτούσα. Όχι από ανάγκη. Από επιθυμία. Αυτό έλεγα στον εαυτό μου. Για να αντέχω. Για να μένω.
Αλλά δεν ήταν ελπίδα. Ήταν συμφωνία με το ψέμα. Ήταν μια σιωπηλή παραδοχή πως αν δεχτώ το λίγο, ίσως αποφύγω το τίποτα. Κι έτσι μάζευα στιγμές που δεν μου ανήκαν. Στιγμές δανεικές. Με το σώμα σου κοντά και το μυαλό σου αλλού. Κι εγώ να παίζω πως αυτό αρκεί.
Κάποια πράγματα όμως δεν αντέχουν στον χρόνο. Όχι γιατί δεν προσπάθησες αρκετά, αλλά γιατί δεν υπήρξαν ποτέ. Η αλήθεια ήταν πάντα εκεί. Το μυαλό το ήξερε. Η καρδιά έκανε πως δεν άκουγε. Μέχρι που κουράστηκε να προσποιείται.
Έφυγες. Όχι ξαφνικά. Φυσικά. Όπως φεύγουν όσοι δεν ήταν ποτέ πραγματικά παρόντες. Κι έμεινα να καταλαβαίνω πως το τέλος δεν ήταν προδοσία. Ήταν συνέπεια.
Γιατί κανένα παραμύθι δεν κρατά όταν το διαβάζει μόνο ο ένας. Και καμία αγάπη δεν επιβιώνει όταν την κουβαλάει μόνο μία καρδιά.
