Γράφει η Αναστασία Κοζίμπα.
Κάτι μεσημέρια, πίσω από κουρτίνες μελαγχολικών πολυκατοικιών.
Παράθυρα υγρά από την υγρασία των καιρών με δυσκολία σε αφήνουν να κοιτάξεις τον απέναντι τοίχο.
Άλλαξε ο καιρός χρόνια τώρα και με επιμονή τη λογική τρομάζει.
Οι μουσικές να παίζουν από χαλασμένους δίσκους και εσύ με ένα ποτήρι καφέ στα χέρια, πιο άχρωμη από ποτέ.
Έχεις μέρες να μιλήσεις αφού τις λέξεις πλήγωσε εκείνο το δέσιμο και όσο κι αν προσπαθείς να θυμηθείς, τον ίδιο πόνο δεν ξανάζησες αυτό θα πεις και την επόμενη φορά, κάθε φορά.
Το τηλέφωνο κατεβασμένο, όπως εκείνη η προοπτική που γέλασε το συναίσθημα.
Θέλει χρόνο ο άνθρωπος να ξεπεράσει την απώλεια μα έτσι δεν ήταν πάντα;
Δύο δωμάτια σκοτεινά λες και έχουν αδειάσει από έπιπλα, δεν έχεις να ακουμπήσεις κάπου.
Και οι άνθρωποι;
Με μανία την πόρτα κλείνεις σε ό,τι χαρά στα χέρια έχει. «Ίσως αύριο» λες και αυτό το αύριο θρέφει ημέρες.
«Θα μείνω για πάντα εδώ, στο στάσιμο που σιγουριά μου δίνει», ψιθύρισες χθες. «Αν δε ρισκάρω, πώς να χάσω;», μα με αυτή τη σκέψη, χαμένη είσαι.
Νεκρά βήματα όπως και οι δείκτες από το ρολόι στον τοίχο. Έχει μήνες να αλλάξει η ώρα σε αυτό το σπίτι και οι επιλογές το ίδιο.
Άραγε σε πονάει ετούτη η μοναξιά ή οι προσδοκίες που κατέστρεψε ο εγωισμός; Άσκοπα βαριά βήματα σαν να έχεις αλυσίδες στα πόδια. Μα πού έχουν ρίζες;
Στο ίδιο δωμάτιο ένας καθρέφτης μα πάντα μπροστά του τα μάτια κλειστά να έχεις.
Αυτός ο καθρέφτης μεγάλωσε εσένα και από λάθος παιδικό, τάιζε με ζήλο τις ανασφάλειές σου. Κλείσε μάτια και καρδιά μη δεις εμένα σε σένα κι έτσι θαρραλέα καταλάβεις ποιος τελικά έφταιξε.
Πονάει η μοναξιά μα πάντα μόνη σου θά’σαι. Θυμάσαι; Θυμάσαι εκείνες τις στιγμές που τα λόγια σου, πλήγωναν σαν τις πράξεις; Μονολογούσες και προσευχόσουν γι’ αυτή την μοναξιά που διώχνεις τώρα.
Κάθε φορά τα ίδια λάθη σαπίζουν τους τοίχους, σε λίγο το σπίτι θα πέσει.
Από ποιο παράθυρο θα κοιτάζεις;
Ποιος γείτονας θα νοιάζεται;
Ποιος φίλος θα είναι εκεί για να διώξεις;
Οι μουσικές θα σταματήσουν και ο καθρέφτης θα έχει σπάσει.
Δε θα έχεις βήματα ούτε πόδια, μονάχα αλυσίδες. Αλυσίδες που θα σε κρατάνε στο χθες όσο η άρνησή σου, γυρίζει την πλάτη στην αποδοχή.
Κάτι μεσημέρια, πίσω από κουρτίνες χαρούμενων πολυκατοικιών, εγώ και εσύ απ’την αρχή.
